Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε την πρότασή της για το νέο European Innovation Act, με το οποίο επιδιώκει να διευκολύνει τη χρηματοδότηση και την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων στην Ευρώπη. Η πρωτοβουλία επικεντρώνεται σε δύο κρίσιμα κενά της ευρωπαϊκής οικονομίας: τη δυσκολία αξιοποίησης της πνευματικής ιδιοκτησίας ως χρηματοδοτικού εργαλείου και την περιορισμένη χρήση των δημοσίων συμβάσεων για έρευνα και ανάπτυξη.
Η πρόταση επιχειρεί να αντιμετωπίσει μια επίμονη ευρωπαϊκή αντίφαση. Η Ευρώπη διαθέτει, σύμφωνα με την Επιτροπή, έρευνα, ταλέντο και δημιουργικότητα παγκόσμιας κλάσης, όμως πολλές καινοτόμες επιχειρήσεις συναντούν διαφορετικούς κανόνες από χώρα σε χώρα και δυσκολεύονται να αντλήσουν κεφάλαια. Έτσι, ιδέες που αναπτύσσονται στην Ευρώπη καταλήγουν συχνά να μετατρέπονται σε οικονομική επιτυχία από άλλους και σε άλλες αγορές. Το European Innovation Act εντάσσεται στη στρατηγική της ΕΕ για startups και scaleups και στην Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας, με στόχο να διευκολύνει την ανάπτυξη και τη διασυνοριακή επέκταση καινοτόμων ευρωπαϊκών εταιρειών.
Η παρέμβαση στηρίζεται σε δύο βασικούς μηχανισμούς. Ο πρώτος αφορά την αποτίμηση και την εμπορική αξιοποίηση της πνευματικής ιδιοκτησίας, ώστε πατέντες και άλλα άυλα περιουσιακά στοιχεία να μπορούν να υποστηρίξουν τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Ο δεύτερος αφορά τη θέσπιση κοινής διαδικασίας για τις δημόσιες συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης, ώστε οι δημόσιοι αγοραστές να δημιουργούν ζήτηση για νέες λύσεις και οι επιχειρήσεις να αποκτούν ταχύτερη διαδρομή από το εργαστήριο προς την αγορά. Παράλληλα, ξεχωριστή πρόταση σύστασης του Συμβουλίου επιδιώκει να διαμορφώσει κοινές αρχές για τα regulatory sandboxes, όπου οι καινοτομίες θα δοκιμάζονται προσωρινά, σε ελεγχόμενο περιβάλλον και υπό εποπτεία.
Η πνευματική ιδιοκτησία ως χρηματοδοτικό εργαλείο
Το πρώτο πρόβλημα που επιχειρεί να λύσει η πρόταση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η αγορά αντιμετωπίζει την πνευματική ιδιοκτησία. Πολλές startups και scaleups διαθέτουν καινοτόμες ιδέες, πατέντες και άλλα δικαιώματα, αλλά η αξία αυτών των στοιχείων συχνά αποτιμάται δύσκολα. Για μια επιχείρηση με περιορισμένα υλικά περιουσιακά στοιχεία, αυτή η αβεβαιότητα μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια ή δανεισμό, ακόμη και όταν το χαρτοφυλάκιο πνευματικής ιδιοκτησίας έχει εμπορικές προοπτικές.
Το European Innovation Act προβλέπει ένα κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο για την αποτίμηση και τη γνωστοποίηση στοιχείων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η μεθοδολογία θα είναι εθελοντική, με μια σημαντική εξαίρεση: τα θεσμικά όργανα, οι οργανισμοί και οι φορείς της ΕΕ θα τη χρησιμοποιούν στη διαχείριση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων όταν η αποτίμηση της πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί αναγκαίο στοιχείο. Η φιλοδοξία εκτείνεται πέρα από έναν ενιαίο τρόπο υπολογισμού της αξίας. Το πλαίσιο θα βοηθά επιχειρήσεις να εντοπίζουν ποια δικαιώματα μπορούν να λειτουργήσουν ως τραπεζικά αξιοποιήσιμα στοιχεία, να αξιολογούν το καινοτομικό δυναμικό τους και να μετατρέπουν τις εκθέσεις αποτίμησης σε πληροφορία χρήσιμη για χρηματοπιστωτικές αποφάσεις.
Κεντρικό ρόλο θα αναλάβει ένα Κέντρο Ικανοτήτων στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το EUIPO. Με βάση την πρόταση, το κέντρο θα αναπτύξει το εθελοντικό πλαίσιο αποτίμησης και γνωστοποίησης, ψηφιακά εργαλεία, δίκτυο εκτιμητών και κατευθυντήριες γραμμές για τη διαπίστευσή τους. Θα δημιουργήσει επίσης βάση τεκμηρίωσης για χρηματοδότηση που βασίζεται σε στοιχεία πνευματικής ιδιοκτησίας, θα παρέχει τεχνική υποστήριξη σε δημόσιους και ιδιωτικούς χρηματοδοτικούς φορείς και θα λειτουργεί ευρωπαϊκό helpdesk. Στις αρμοδιότητές του περιλαμβάνεται και ένα εθελοντικό ενωσιακό σύστημα πιστοποίησης εκτιμητών.
Η δεύτερη υποδομή θα είναι μια πολύγλωσση ψηφιακή πλατφόρμα αντιστοίχισης κατόχων δικαιωμάτων με επενδυτές και διαμεσολαβητές. Οι αγοραπωλησίες ή οι συμφωνίες αδειοδότησης θα ολοκληρώνονται εκτός της πλατφόρμας. Ο ρόλος της θα περιορίζεται στη σύνδεση των μερών, στη διευκόλυνση πιο διαφανών και προσβάσιμων συναλλαγών και στην ανάπτυξη μιας δευτερογενούς αγοράς για άυλα περιουσιακά στοιχεία. Θα μπορούσε επίσης να βοηθήσει εταιρείες με πλούσιο χαρτοφυλάκιο πνευματικής ιδιοκτησίας που έχουν αθετήσει υποχρεώσεις να διαθέσουν αυτά τα στοιχεία.
Οι υπηρεσίες του EUIPO θα απευθύνονται σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, επιχειρήσεις μεσαίου μεγέθους και scaleups εγκατεστημένες στην ΕΕ. Στους βασικούς δικαιούχους περιλαμβάνονται επίσης startups, spin-offs, ερευνητές, πανεπιστήμια, δημόσιοι ερευνητικοί οργανισμοί, ερευνητικές και τεχνολογικές υποδομές, δημόσιοι αγοραστές και επαγγελματίες μεταφοράς γνώσης και τεχνολογίας. Ορισμένες δράσεις, ιδίως όσες σχετίζονται με νέα χρηματοδοτικά εργαλεία και την αποτίμηση, προβλέπεται να ωφελήσουν θεσμικούς και ιδιώτες επενδυτές και ευρύτερα τον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι τα μέτρα για την πνευματική ιδιοκτησία μπορούν να αποφέρουν περίπου 35 εκατ. ευρώ ετήσια εξοικονόμηση διοικητικού κόστους και να κινητοποιήσουν 10,2 δισ. ευρώ πρόσθετης χρηματοδότησης κάθε χρόνο μέσω επιχειρηματικών κεφαλαίων και δανεισμού που στηρίζονται σε τέτοια στοιχεία. Πρόκειται για προβλεπόμενες επιπτώσεις της πρότασης, οι οποίες μένει να επιβεβαιωθούν μέσα από πραγματικές ροές κεφαλαίων.
Οι δημόσιες συμβάσεις ως αγορά για την καινοτομία
Ο δεύτερος άξονας μεταφέρει το επίκεντρο από την προσφορά κεφαλαίων στη δημιουργία ζήτησης. Η προεμπορική σύναψη συμβάσεων έρευνας και ανάπτυξης επιτρέπει στους δημόσιους αγοραστές να περιγράφουν τις ανάγκες τους και να καθοδηγούν την έρευνα, την ανάπτυξη και τη δοκιμή νέων λύσεων. Μπορεί ακόμη να καλύπτει την παραγωγή και προμήθεια μικρών ποσοτήτων λύσεων που αναπτύχθηκαν επιτυχώς, ώστε να προσαρμόζονται καλύτερα στις ανάγκες του δημόσιου τομέα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν την πρόταση, οι συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης στην ΕΕ αντιστοιχούν σε 17 δισ. ευρώ, περίπου 0,6% της συνολικής ετήσιας δαπάνης δημοσίων συμβάσεων. Άλλες κορυφαίες οικονομίες επενδύουν πέντε έως οκτώ φορές περισσότερο και κατευθύνουν το 3% έως 5% της ετήσιας δαπάνης δημοσίων συμβάσεων σε έρευνα και ανάπτυξη. Η σύγκριση εξηγεί γιατί η Επιτροπή αντιμετωπίζει τις δημόσιες προμήθειες ως εργαλείο δημιουργίας ζήτησης για καινοτόμες λύσεις: μπορούν να προσφέρουν στις νέες τεχνολογίες έναν πρώτο πελάτη, πεδίο δοκιμής και διαδρομή προς μεγαλύτερες αγορές.
Σήμερα, μεγάλο μέρος αυτών των συμβάσεων στερείται κοινών ενωσιακών κανόνων, γεγονός που δημιουργεί νομική αβεβαιότητα και κατακερματισμό μεταξύ κρατών-μελών. Η προτεινόμενη πράξη θα εισαγάγει κοινή διαδικασία, η οποία θα καλύπτει και τις κοινές διασυνοριακές προμήθειες από δημόσιους φορείς διαφορετικών χωρών. Προβλέπει επίσης μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων. Όταν υπάρχει δημόσια στήριξη και ακολουθείται η διαδικασία του European Innovation Act, η σύμβαση θα μπορεί στις περισσότερες περιπτώσεις να θεωρείται σύμφωνη με το ενωσιακό πλαίσιο, το οποίο προβλέπει επιλογές για τον χαρακτηρισμό της στήριξης είτε ως μέτρου εκτός του πεδίου των κρατικών ενισχύσεων είτε ως συμβατής κρατικής ενίσχυσης.
Για τις επιχειρήσεις, οι προτεινόμενοι κανόνες προβλέπουν αναλογικές χρηματοοικονομικές απαιτήσεις, κριτήρια ανάθεσης με βάση τη σχέση ποιότητας και τιμής, λειτουργικές προδιαγραφές ή προδιαγραφές επιδόσεων, ευέλικτες τροποποιήσεις συμβάσεων και όρους φιλικούς προς την καινοτομία για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι δημόσιοι αγοραστές θα πρέπει να αξιολογούν τις προσφορές εντός δύο μηνών. Στις διαδικασίες θα μπορούν να συμμετέχουν πανεπιστήμια, startups, scaleups, μεγάλες επιχειρήσεις και άλλοι καινοτόμοι οικονομικοί φορείς.
Η προεμπορική διαδικασία διατηρεί τον ανταγωνισμό σε διαδοχικά στάδια, όπως ο σχεδιασμός λύσης, η δημιουργία πρωτοτύπου, η ανάπτυξη προϊόντος, οι δοκιμές και η πρώτη εφαρμογή. Οι πάροχοι συγκρίνονται σε συγκεκριμένα ορόσημα και ο αριθμός τους μειώνεται σταδιακά, ώστε να περιορίζεται ο κίνδυνος. Τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας παραμένουν στους παρόχους έρευνας και ανάπτυξης, επιτρέποντάς τους να εμπορευματοποιήσουν τις λύσεις σε ευρύτερες αγορές. Η πρόταση επιτρέπει παρεκκλίσεις από αυτή την αρχή ή από την ανταγωνιστική ανάπτυξη σε φάσεις για συμβάσεις εκτός προεμπορικής κατηγορίας, εφόσον υπάρχουν αιτιολογημένοι λόγοι.
Η Επιτροπή προβλέπει ετήσια εξοικονόμηση 1 δισ. ευρώ για τους δημόσιους αγοραστές και πρόσθετα ετήσια κέρδη περίπου 25,9 δισ. ευρώ για τις επιχειρήσεις. Η πλήρης ηλεκτρονικοποίηση των διαδικασιών μέσω της πύλης Tenders Electronic Daily και, όταν καταστεί διαθέσιμη, μέσω της ευρωπαϊκής ψηφιακής αγοράς δημοσίων συμβάσεων παρουσιάζεται ως πρόσθετη πηγή μείωσης κόστους. Και εδώ, τα ποσά αποτελούν εκτιμήσεις για την αναμενόμενη επίδραση των μέτρων.
Ευρωπαϊκή προτίμηση και όρια πρόσβασης
Το κοινό πλαίσιο για τις συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης συνοδεύεται από κανόνες ευρωπαϊκής προτίμησης. Οι δημόσιοι αγοραστές θα ανοίγουν τις διαδικασίες χωρίς διακρίσεις σε προσφορές από κράτη-μέλη και από τρίτες χώρες με σχετικές διεθνείς συμφωνίες με την Ένωση. Η Επιτροπή αναφέρει σήμερα τις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και των Δυτικών Βαλκανίων, καθώς οι λοιπές εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ αφήνουν εκτός πεδίου τις συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης.
Τουλάχιστον το 50% των δραστηριοτήτων έρευνας και ανάπτυξης κάθε σύμβασης θα πρέπει να πραγματοποιείται σε μία από τις επιλέξιμες χώρες. Η απαίτηση συνδέεται με τη στενή συνεργασία των αναδόχων με τους δημόσιους αγοραστές και τις επιτόπιες δοκιμές. Αν ο περιορισμός οδηγήσει σε ανεπαρκή αριθμό κατάλληλων προσφερόντων ή σε δυσανάλογο κόστος, οι αγοραστές θα μπορούν να επιτρέψουν πρόσβαση και σε χώρες που έχουν συμφωνία δημοσίων συμβάσεων με την ΕΕ, ακόμη και όταν αυτή εξαιρεί την έρευνα και ανάπτυξη.
Για λόγους ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, ένας δημόσιος αγοραστής θα μπορεί να περιορίζει τη συμμετοχή σε εταιρείες κρατών-μελών που τελούν εκτός ελέγχου τρίτης χώρας ή νομικού προσώπου ελεγχόμενου από τρίτη χώρα. Στον τομέα της άμυνας, οι κανόνες για τις συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης θα έχουν προαιρετικό χαρακτήρα. Οι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς θα μπορούν να τους εφαρμόζουν, χωρίς σχετική υποχρέωση για στρατιωτικές ή ευαίσθητες προμήθειες ασφάλειας.
Αυτές οι διατάξεις προσθέτουν μια σαφή γεωοικονομική διάσταση στην πρόταση. Η επιδίωξη για μεγαλύτερη αγορά και κοινές διαδικασίες συνδυάζεται με ελάχιστη ευρωπαϊκή εκτέλεση της έρευνας, δυνατότητα διεύρυνσης όταν η προσφορά ή το κόστος το επιβάλλουν και αυστηρότερους περιορισμούς για λόγους ασφαλείας. Η τελική ισορροπία θα εξαρτηθεί από τον τρόπο με τον οποίο οι κανόνες θα αποτυπωθούν και θα εφαρμοστούν μετά τη νομοθετική διαδικασία.
Sandboxes για δοκιμή με εποπτεία
Σε παράλληλη πρόταση σύστασης του Συμβουλίου, η Επιτροπή προτείνει κοινές αρχές για τον σχεδιασμό και τη λειτουργία regulatory sandboxes σε τομείς που ακόμη μένουν ακάλυπτοι από ειδική ενωσιακή νομοθεσία. Ένα sandbox αποτελεί δομημένο πλαίσιο προσωρινού πειραματισμού σε ελεγχόμενο φυσικό, ψηφιακό, υβριδικό ή προσομοιωμένο περιβάλλον, υπό την εποπτεία μίας ή περισσότερων αρμόδιων αρχών. Στόχος είναι η συλλογή στοιχείων και η κανονιστική μάθηση μέσα από την πρακτική δοκιμή προϊόντων, υπηρεσιών ή τεχνολογιών.
Τα σχήματα αυτά συνήθως δημιουργούνται κατά περίπτωση και με σαφώς οριοθετημένο πεδίο. Μπορούν να περιλαμβάνουν προσωρινές και συγκεκριμένες παρεκκλίσεις από υφιστάμενους κανόνες ή καθοδήγηση από τις αρχές για τον τρόπο εφαρμογής των νομικών απαιτήσεων. Για startups και μικρές επιχειρήσεις, η ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία και η μεγαλύτερη συνέπεια μεταξύ εθνικών πλαισίων μπορούν να μειώσουν το βάρος πλοήγησης σε διαφορετικές διαδικασίες.
Η προσέγγιση έχει προσωρινό πειραματικό χαρακτήρα και υπηρετεί τη βελτίωση της ρύθμισης μαζί με την υποστήριξη της καινοτομίας. Οι προβλεπόμενες εγγυήσεις καλύπτουν τη συλλογή δεδομένων, τη διαφάνεια, τον ανταγωνισμό, τα θεμελιώδη δικαιώματα, την υγεία και την ασφάλεια. Η πρόταση επιδιώκει ένα ελάχιστο επίπεδο συνέπειας στην Ένωση, διατηρώντας παράλληλα περιθώριο προσαρμογής στις εθνικές διαφορές, στους διαθέσιμους πόρους και στο επίπεδο ωριμότητας κάθε οικοσυστήματος καινοτομίας.
Η πρόταση και το μετρήσιμο αποτέλεσμα
Η Κομισιόν συνδέει συνολικά την European Innovation Act με αύξηση του ΑΕΠ της ΕΕ κατά 0,24% έως 0,42% και με τη δημιουργία έως 507.000 νέων θέσεων εργασίας σε ορίζοντα δεκαετίας. Οι αριθμοί συνοψίζουν την αναμενόμενη επίδραση της προτεινόμενης μεταρρύθμισης και θα κριθούν από την τελική μορφή των κανόνων, την υιοθέτησή τους και την πρακτική χρήση των νέων εργαλείων από επιχειρήσεις, επενδυτές και δημόσιους αγοραστές.
Η επίτροπος για Startups, Έρευνα και Καινοτομία, Ekaterina Zaharieva, περιέγραψε την πρόταση ως άμεση αντιμετώπιση του κατακερματισμού μέσω ενός πλαισίου αποτίμησης πνευματικής ιδιοκτησίας, μιας ψηφιακής αγοράς και μιας απλούστερης διαδρομής για δημόσιες συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης. Συνέδεσε επίσης την πρωτοβουλία με τον στόχο δημιουργίας έως το 2028 μιας πραγματικής ενιαίας αγοράς, όπου οι ιδέες θα επεκτείνονται ταχύτερα, η χρηματοδότηση θα κυκλοφορεί πιο ελεύθερα και η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης θα ενισχύεται. Ο χρονικός αυτός ορίζοντας αποτυπώνει πολιτική επιδίωξη, ενώ η ολοκλήρωσή της μένει να κριθεί στην πράξη.
Για τις επιχειρήσεις, η ουσία της πρότασης βρίσκεται στη σύνδεση τριών σταδίων που μέχρι σήμερα λειτουργούν κατακερματισμένα: αποτίμηση μιας ιδέας, χρηματοδότησή της και απόκτηση πραγματικού πελάτη. Η κοινή γλώσσα για την πνευματική ιδιοκτησία μπορεί να κάνει πιο κατανοητό ένα άυλο περιουσιακό στοιχείο στους χρηματοδότες. Οι κοινές δημόσιες συμβάσεις μπορούν να δημιουργήσουν ζήτηση και πεδίο εφαρμογής. Τα sandboxes μπορούν να επιτρέψουν δοκιμές με εποπτεία και να τροφοδοτήσουν τις αρχές με στοιχεία για την εφαρμογή των κανόνων.
Η επιτυχία, επομένως, θα κριθεί στην εφαρμογή: στην αξιοπιστία των αποτιμήσεων, στη συμμετοχή των χρηματοπιστωτικών φορέων, στην ικανότητα των δημόσιων αγοραστών να σχεδιάζουν απαιτητικές συμβάσεις έρευνας και ανάπτυξης και στην ποιότητα των εγγυήσεων μέσα στα sandboxes. Η πρόταση επιχειρεί να οργανώσει μια ενιαία διαδρομή από την ανακάλυψη έως την αγορά. Το αν αυτή η διαδρομή θα συγκρατήσει περισσότερη καινοτομία, χρηματοδότηση και ανάπτυξη στην Ευρώπη παραμένει το βασικό τεστ της νομοθετικής πρωτοβουλίας.



