Η ενίσχυση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της ΕΕ και η καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής προϋποθέτουν ένα εκσυγχρονισμένο ηλεκτρικό δίκτυο, ικανό να ενσωματώσει περισσότερη ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και να αναπροσαρμόζεται με βάση τον αυξανόμενο εξηλεκτρισμό. Για να στεφθεί το σχέδιο αυτό με επιτυχία, η ΕΕ πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της. Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει νέα επισκόπηση σχετικά με τα ηλεκτρικά δίκτυα της ΕΕ που εκπόνησε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ).
«Ένα μεγάλο μέρος του ηλεκτρικού δικτύου της ΕΕ χρονολογείται από τον περασμένο αιώνα: σχεδόν οι μισές γραμμές διανομής είναι πάνω από 40 ετών. Προκειμένου να διασφαλίσουμε την ανταγωνιστικότητα και την αυτονομία της Ένωσης, χρειαζόμαστε σύγχρονες υποδομές που να μπορούν να υποστηρίξουν τη βιομηχανία και να συγκρατήσουν τις τιμές σε προσιτά επίπεδα», δήλωσε η Keit Pentus-Rosimannus, Μέλος τους ΕΕΣ και αρμόδια για την επισκόπηση. «Καθώς η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί μέχρι το 2050, είναι αναπόφευκτο να πρέπει να γίνουν σημαντικές επενδύσεις στα δίκτυα. Ωστόσο, πρέπει να αξιοποιήσουμε κάθε μέσο που έχουμε στη διάθεσή μας ώστε να μειώσουμε τις επενδυτικές ανάγκες: νέα τεχνολογία, λύσεις αποθήκευσης και περισσότερο ευέλικτα δίκτυα είναι όλα τρόποι για να περιορίσουμε το κόστος.»
Οι μεγάλης κλίμακας επενδύσεις σε δίκτυα είναι καθοριστικές προκειμένου να εκσυγχρονιστεί το γερασμένο ηλεκτρικό δίκτυο της ΕΕ όπως και για να υποστηριχθεί η μετάβαση από τις σημερινές λύσεις που βασίζονται στον άνθρακα στην πράσινη ενέργεια. Με τον τρέχοντα ρυθμό επενδύσεων, από το 2024 και μέχρι το 2050 τα επενδυτικά σχέδια των διαχειριστών δικτύου θα έχουν φθάσει συνολικά τα 1 871 δισ. ευρώ. Το ποσό αυτό είναι χαμηλότερο από τις εκτιμήσεις των επενδυτικών αναγκών που έκανε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία τις τοποθετούσε μεταξύ 1 994 και 2 294 δισ. ευρώ. Η επιτάχυνση του ρυθμού του εκσυγχρονισμού, μολονότι αναγκαία, προσκρούει στον ατελή σχεδιασμό των δικτύων, στις χρονοβόρες διαδικασίες αδειοδότησης και στην περιορισμένη αποδοχή από το κοινό, χωρίς να παραβλέπονται οι ελλείψεις σε εξοπλισμό, υλικά και ειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Το ΕΕΣ υποδεικνύει μέτρα μετριασμού, όπως ο καλύτερος συντονισμός και η ενσωμάτωση πρακτικών σχεδιασμού δικτύων, ο εξορθολογισμός των διαδικασιών αδειοδότησης και η χρήση σύγχρονης τεχνολογίας.
Επισημαίνει επίσης ότι η βελτιστοποίηση του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να μειώσει τις επενδυτικές ανάγκες. Η πίεση που ασκείται στο δίκτυο μπορεί να χαλαρώσει με την ευέλικτη αναπροσαρμογή στις ημερήσιες, εβδομαδιαίες και εποχικές διακυμάνσεις της κατανάλωσης και της παραγωγής ενέργειας. Έτσι θα μπορούσε να μειωθεί και η ανάγκη για επεκτάσεις μεγάλης κλίμακας. Η τεχνολογία προσφέρει πολλές ευκαιρίες στο πεδίο αυτό (π.χ. με την ανάπτυξη και κλιμάκωση νέων λύσεων αποθήκευσης), αν και ορισμένες επιλογές είναι ακόμη εξαιρετικά δαπανηρές.
Σημαντική βοήθεια θα μπορούσε να προσφέρει επίσης η ενίσχυση των διασυνδέσεων μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Εργαλεία όπως οι έξυπνοι μετρητές μπορούν να εξομαλύνουν αποτελεσματικά τις κορυφώσεις της ζήτησης, η υιοθέτησή τους όμως σε ορισμένα κράτη μέλη εξακολουθεί να είναι αργή. Επιπλέον, καθοριστικός μπορεί να είναι και ο ρόλος των καταναλωτών που παράγουν ηλεκτρική ενέργεια σε τοπικό επίπεδο και των κοινοτήτων ενέργειας που παράγουν και καταναλώνουν ενέργεια από κοινού.
Για τις αποφάσεις περί επενδύσεων καίρια είναι η συμβολή των ρυθμιστικών πλαισίων. Εξέχουσα είναι και η σημασία των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων στην περίπτωση που κάποιοι διαχειριστές αντιμετωπίζουν αυξημένους πιστωτικούς κινδύνους και αγωνίζονται για να εξασφαλίσουν πρόσβαση στις απαραίτητες αρχικές επενδύσεις. Με ειδικές ρυθμίσεις καθορίζονται επίσης τα κέρδη των διαχειριστών και ο τρόπος αμοιβής τους. Η χρέωση των χρηστών γίνεται κατά κανόνα βάσει τιμολογίων δικτύου, τα οποία εξασφαλίζουν συνήθως στους διαχειριστές μια απόδοση από τις επενδύσεις τους στα δίκτυα, χωρίς να παραβλέπονται επίσης η απόσβεση των περιουσιακών στοιχείων και τα λειτουργικά έξοδα.
Παρόλα αυτά, στοίχημα παραμένει η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των επενδυτικών αναγκών και της διατήρησης των λογαριασμών ηλεκτρικής ενέργειας σε επίπεδα ανεκτά για τους καταναλωτές, ιδίως τα νοικοκυριά και τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Η πρόβλεψη των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων που θα έχουν στους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας οι επενδύσεις στα δίκτυα και η ενσωμάτωση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές δεν είναι εύκολη υπόθεση (εκτός από τα τιμολόγια δικτύου, οι λογαριασμοί περιλαμβάνουν φόρους αλλά και το ίδιο το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας).