Η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, εξαπέλυσε την Πέμπτη δριμεία επίθεση κατά του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, για την επιβολή δασμού 20% στα ευρωπαϊκά προϊόντα, δεσμευόμενη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα απαντήσει, δηλώνοντας πως το μπλοκ «είναι έτοιμο να αντιδράσει». Ο Τραμπ ενέταξε την Ευρωπαϊκή Ένωση την Τετάρτη σε μια ομάδα 60 χωρών που υπόκεινται σε υψηλότερους «ανταποδοτικούς» δασμούς, μαζί με την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία και την Κορέα, ενώ ταυτόχρονα επέβαλε δασμούς 10% στον υπόλοιπο κόσμο. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη στροφή προς τον προστατευτισμό από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930.
Η φον ντερ Λάιεν δήλωσε ότι οι δασμοί του Τραμπ θα έχουν σοβαρές συνέπειες για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις που έχουν ευημερήσει μέσω του εμπορίου με τις Ηνωμένες Πολιτείες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, η μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο, οφείλει επίσης να προστατεύσει τον εαυτό της από τις βαθιές αναταράξεις στο παγκόσμιο εμπόριο που θα προκύψουν από την απομόνωση των Ηνωμένων Πολιτειών. «Φαίνεται πως δεν υπάρχει τάξη μέσα στην αταξία. Καμία σαφής πορεία μέσα στην πολυπλοκότητα και το χάος που δημιουργείται, καθώς όλοι οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ θα πληγούν», δήλωσε σε τηλεοπτικό της μήνυμα.
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ανέφερε ότι η Ένωση ετοιμάζει αντίμετρα για την τελευταία επίθεση δασμών του Τραμπ, επιπλέον ενός πακέτου ύψους 26 δισ. ευρώ ως απάντηση στους δασμούς που έχουν ήδη επιβληθεί στον χάλυβα και το αλουμίνιο. Ταυτόχρονα, δεσμεύτηκε ότι οι Βρυξέλλες θα εργαστούν για την προστασία των κλάδων που είναι περισσότερο εκτεθειμένοι. «Ολοκληρώνουμε ήδη το πρώτο πακέτο αντίμετρων ως απάντηση στους δασμούς στον χάλυβα και τώρα προετοιμαζόμαστε για περαιτέρω αντίμετρα ώστε να προστατεύσουμε τα συμφέροντά μας και τις επιχειρήσεις μας σε περίπτωση που αποτύχουν οι διαπραγματεύσεις», δήλωσε η φον ντερ Λάιεν από τη Σαμαρκάνδη του Ουζμπεκιστάν, όπου παρίστατο σε σύνοδο κορυφής.
«Παρακολουθούμε επίσης στενά τις έμμεσες επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν αυτοί οι δασμοί. Διότι δεν μπορούμε να απορροφήσουμε την παγκόσμια υπερπαραγωγική ικανότητα, ούτε θα δεχθούμε φαινόμενα ντάμπινγκ στις αγορές μας», τόνισε η φον ντερ Λάιεν, καθώς η Ένωση προετοιμάζεται για ενδεχόμενη εισροή φθηνότερων εξαγωγών από την Κίνα και άλλες χώρες που θα αποκλειστούν από την αμερικανική αγορά. Προειδοποίησε για τις επιπτώσεις που θα έχει η αποδόμηση της παγκόσμιας εμπορικής τάξης από τον Τραμπ στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. «Εκατομμύρια πολίτες θα έρθουν αντιμέτωποι με αυξημένους λογαριασμούς για βασικά αγαθά. Η φαρμακευτική περίθαλψη θα ακριβύνει, όπως και οι μεταφορές. Ο πληθωρισμός θα αυξηθεί», ανέφερε.
«Το κόστος συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες θα αυξηθεί δραματικά», υπογράμμισε. Η τράπεζα ING μείωσε την Τετάρτη την πρόβλεψή της για την αύξηση του ΑΕΠ της ευρωζώνης για το επόμενο έτος στο 1% από 1,4%, προβλέποντας τις συνέπειες των δασμών, ενώ μείωσε και την εκτίμηση για την ανάπτυξη του τρέχοντος έτους. Ωστόσο, η φον ντερ Λάιεν απέφυγε να ενεργοποιήσει άμεσα αντίμετρα εκ μέρους των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία η Επιτροπή εκπροσωπεί σε θέματα εμπορίου. Ο Επίτροπος Μάρος Σέφτσοβιτς, διαπραγματευτής της Επιτροπής για το εμπόριο, θα συναντηθεί την Παρασκευή με τους 27 πρέσβεις της ΕΕ.
Την Τετάρτη, ο Τραμπ ενέταξε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην χειρότερη κατηγορία εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ, επιβάλλοντάς της δασμό 20% σε όλες τις εισαγωγές. Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών δήλωσε ότι η ΕΕ «εκμεταλλεύεται» τις Ηνωμένες Πολιτείες, προσθέτοντας ότι αυτό είναι «θλιβερό». «Τώρα θα επιβάλουμε χρεώσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι πολύ σκληροί. Πολύ, πολύ σκληροί διαπραγματευτές. Ξέρετε, όταν σκέφτεστε την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη σκέφτεστε ως φιλική. Μας εκμεταλλεύονται. Είναι θλιβερό να το βλέπεις. Είναι τόσο αξιοθρήνητο», δήλωσε ο Τραμπ στον Κήπο με τα Ρόδα του Λευκού Οίκου.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι κηρύσσει κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης προκειμένου να επιβάλει δασμό 10% στις εισαγωγές από όλες τις χώρες. Παράλληλα, επέβαλε υψηλότερους, εξατομικευμένους δασμούς σε περίπου 60 χώρες που οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ως τους χειρότερους παραβάτες στο εμπόριο.