Το δυσχερές χρηματοδοτικό περιβάλλον για πλήθος μικρομεσαίων επιχειρήσεων και επαγγελματιών, η υπέρβαση του οποίου, μεταξύ άλλων, απαιτεί την άμεση λήψη βελτιωτικών πρωτοβουλιών εκ μέρους της Πολιτείας, επισημαίνει σε σχετική επιστολή της η διοίκηση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης.
Η επιστολή, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο του ΕΒΕΘ, Ιωάννη Μασούτη, απευθύνεται στον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκο Πιερρακάκη, στον Υπουργό Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκο και στον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα.
Το κείμενο της επιστολής είναι το ακόλουθο:
“Αγαπητοί κύριοι Υπουργοί,
Αγαπητέ κ. Διοικητή,
Στο τρέχον οικονομικό περιβάλλον, το πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) δεν απειλεί, πλέον, την χρηματοπιστωτική σταθερότητας της χώρας, αλλά συνιστά τροχοπέδη στην επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη, καθώς πλήθος επιχειρήσεων έχει εγκλωβιστεί σε έναν φαύλο κύκλο που ενεργοποιείται από την αδυναμία τους να εξυπηρετήσουν τα δανειακά τους ανοίγματα.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με πιο πρόσφατη σχετική Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (Οκτώβριος 2024) το συνολικό απόθεμα των ΜΕΔ τον Ιούνιο του 2024 διαμορφώθηκε στα 10,4 δισεκ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση κατά 4,8% σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2023, ενώ, την ίδια περίοδο, ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων αυξήθηκε οριακά σε 6,9% από 6,7%, καθώς η πιστωτική επέκταση αντιστάθμισε την επιδείνωση των ΜΕΔ. Συνολικά, ο δείκτης ΜΕΔ στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα συνεχίζει να είναι πολλαπλάσιος του ευρωπαϊκού μέσου όρου (2,3% Ιούνιος 2024). Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η συνολική μείωση των ΜΕΔ σε σχέση με το υψηλότερο επίπεδό τους, που καταγράφηκε το 2016, έφθασε το 90,3%
Όπως γνωρίζετε, η ανάγκη διασφάλισης της κεφαλαιακής επάρκειας των εγχώριων τραπεζών και της βιωσιμότητας τους, υπαγόρευσε, κατά το παρελθόν, την μεταφορά των ΜΕΔ εκτός τραπεζικού τομέα. Ωστόσο, το εν λόγω χρέος, αν και εξαλείφθηκε από τους ισολογισμούς των τραπεζών, παρέμεινε στην ελληνική οικονομία, με τη διαχείρισή του να έχει μεταφερθεί και να πραγματοποιείται από τις Εταιρίες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (ΕΔΑΔΠ). Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με πρόσφατο δελτίο τύπου της ΤτΕ (Μάρτιος 2025) σχετικά με τα στατιστικά στοιχεία δανείων υπό διαχείριση από τις ΕΔΑΔΠ, σημειώνεται ότι στο τέλος του δ΄ τριμήνου του 2024 η συνολική αξία των δανείων αυτής της κατηγορίας διαμορφώθηκε σε 74,7 δισεκ. ευρώ σημειώνοντας αύξηση σε σύγκριση με το γ΄ τρίμηνο. Το ήμισυ σχεδόν (48%) του εν λόγω χαρτοφυλακίου αφορά τη διαχείριση επιχειρηματικών δανείων (34%) και δάνειων προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις (14%), η αξία των οποίων, μάλιστα, αυξήθηκε συγκριτικά με το προηγούμενο τρίμηνο. Πιο συγκεκριμένα, στο τέλος του δ΄ τριμήνου του 2024, η αξία των επιχειρηματικών δανείων αυξήθηκε σε 25.516 εκατ. ευρώ από 23.156 εκατ. ευρώ, ενώ η αξία των δανείων προς ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις αυξήθηκε σε 10.102 εκατ. ευρώ από 9.410 εκατ. ευρώ.
Αναλυτικότερα, σήμερα στην Ελλάδα λειτουργούν 18 ΕΔΑΔΠ, οι δραστηριότητες των οποίων διέπονται από το αναθεωρημένο πλαίσιο του Ν. 5072/2023, το οποίο, εκτός από πρόσθετες απαιτήσεις για την ίδρυση και λειτουργία των ΕΔΑΔΠ, ενσωματώνει και υποχρεώσεις πληροφόρησης σχετικά με τη μεταβίβαση απαιτήσεων από τα πιστωτικά ιδρύματα. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζεται στην Έκθεση της ΤτΕ (Οκτώβριος 2024), μια από τις βασικές προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ΕΔΑΔΠ αφορά την περαιτέρω προσαρμογή της διακυβέρνησης, των πολιτικών και των διαδικασιών τους, καθώς και των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου τους, προκειμένου να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του εν λόγω αναθεωρημένου νομικού πλαισίου.
Τα παραπάνω στοιχεία καταγράφουν ότι το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων, ιδιαίτερα αυτών που έχουν μεταβιβαστεί στις ΕΔΑΔΠ, συνιστούν προκλήσεις για την ελληνική οικονομία και επιχειρηματικότητα. Όπως τονίζεται και στην Τριμηνιαία Έκθεση του ΙΟΒΕ (δ΄ τρίμηνο 2024) η παρατεταμένη παρουσία επιχειρηματικών ΜΕΔ και εταιρειών «ζόμπι» αποτελούν τροχοπέδη στις προοπτικές επενδύσεων και απασχόλησης, καθώς και στην παραγωγικότητα. Κατά τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, το μεγαλύτερο απόθεμα των εν λόγω ΜΕΔ μετακινήθηκε από τους τραπεζικούς ισολογισμούς και, πλέον, βρίσκεται υπό τη διαχείριση των ΕΔΑΔΠ.
Συμπερασματικά, γίνεται σαφές ότι διαμορφώνεται ένα δυσχερές χρηματοδοτικό περιβάλλον για πλήθος ΜμΕ και επαγγελματιών, η υπέρβαση του οποίου, μεταξύ άλλων, θεωρούμε ότι απαιτεί την άμεση λήψη βελτιωτικών πρωτοβουλιών εκ μέρους της Πολιτείας που θα αφορούν:
- Την εξάλειψη καταχρηστικών πρακτικών εκ μέρους των ΕΔΑΔΠ που λειτουργούν εις βάρος των οφειλετών, οδηγώντας σε δυσμενείς όρους αποπληρωμής (τόκοι υπερημερίας, καθυστέρηση στην εξέταση αιτημάτων εξωδικαστικής ρύθμισης κ.α.). Κατά την άποψη μας οι ΕΔΑΔΠ θα πρέπει να υποχρεωθούν να απαντούν εντός συγκεκριμένης προθεσμίας 30-45 ημερών στις προτάσεις των δανειοληπτών, και αν δεν το πράττουν να συνομολογείται ότι η πρόταση των δανειοληπτών γίνεται πλήρως αποδεκτή.
- Την εξεύρεση ενός μοντέλου βιώσιμης και αποδεκτής εξώδικης ρύθμισης των οφειλών των επιχειρήσεων, προκειμένου να καταστούν ομαλά εξυπηρετούμενες χωρίς να διακυβεύεται η περιουσία των οφειλετών.
- Την περεταίρω ενίσχυση της διαφάνειας που αφορά την ενημέρωση και πληροφόρηση που υποχρεούνται να παρέχουν οι ΕΔΑΔΠ στους οφειλέτες.
- Την επέκταση αποπληρωμής των μεσοπρόθεσμων δανείων πενταετίας που χορηγήθηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας στις επιχειρήσεις (ΤΕΠΙΧ Ι, ΤΕΠΙΧ ΙΙ) κατά τουλάχιστον 5 έτη.
Ευελπιστώντας στην ευνοϊκή αντιμετώπιση των προτάσεών μας, παραμένουμε στη διάθεσή σας για κάθε διευκρίνιση”.