Η πορεία της παγκόσμιας οικονομίας παρουσιάζει επιδείνωση από τις αρχές του έτους, καθώς η ενίσχυση του οικονομικού εθνικισμού και η αστάθεια στις εμπορικές πολιτικές δημιουργούν έντονη αβεβαιότητα, η οποία μπορεί να καθυστερήσει κρίσιμες μακροπρόθεσμες αποφάσεις, σύμφωνα με έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ.
Στην τελευταία έκδοση του Chief Economists Outlook, το 79% των επικεφαλής οικονομολόγων που συμμετείχαν στην έρευνα θεωρεί ότι οι τρέχουσες γεωοικονομικές εξελίξεις δεν αποτελούν απλώς μια προσωρινή αναταραχή, αλλά μαρτυρούν μια βαθύτερη δομική αλλαγή για την παγκόσμια οικονομία.
Όπως σημειώνεται στη σχετική έκθεση, η αυξανόμενη αβεβαιότητα και οι εμπορικές εντάσεις απαιτούν από πολιτικούς και επιχειρήσεις συντονισμένες ενέργειες, μεγαλύτερη στρατηγική ευελιξία και στοχευμένες επενδύσεις σε τεχνολογίες που διαμορφώνουν το μέλλον, όπως η τεχνητή νοημοσύνη. Οι παραπάνω παρεμβάσεις κρίνονται απαραίτητες προκειμένου να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα της οικονομίας και να στηριχθεί η μελλοντική ανάπτυξη.
Η εικόνα σε πολιτικό και γεωπολιτικό επίπεδο ενισχύει το κλίμα αβεβαιότητας. Το 82% των επικεφαλής οικονομολόγων εκτιμά ότι τα επίπεδα αβεβαιότητας κινούνται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, ενώ μόνο το 56% θεωρεί πιθανή μια σχετική βελτίωση μέσα στον επόμενο χρόνο. Σχεδόν καθολικά (97%) οι συμμετέχοντες εντοπίζουν την εμπορική πολιτική ως τον κυριότερο τομέα αβεβαιότητας, ακολουθούμενη από τη νομισματική (49%) και τη δημοσιονομική πολιτική (35%). Αυτή η αβεβαιότητα αναμένεται να επιδράσει αρνητικά σε κρίσιμους οικονομικούς δείκτες, όπως η πορεία του παγκόσμιου εμπορίου (70%), η αύξηση του ΑΕΠ (68%) και οι ξένες άμεσες επενδύσεις (62%).
Παράλληλα, η συντριπτική πλειοψηφία των επικεφαλής οικονομολόγων (87%) εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις θα επιλέξουν να αναβάλουν στρατηγικές αποφάσεις ως απάντηση στην αβεβαιότητα, γεγονός που αυξάνει τους κινδύνους ύφεσης. Η διαχείριση του δημόσιου χρέους αναδεικνύεται ως μείζον θέμα, καθώς το 74% των ερωτηθέντων επισημαίνει κινδύνους βιωσιμότητας τόσο για τις ανεπτυγμένες όσο και για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Παράλληλα, η μεγάλη πλειοψηφία (86%) θεωρεί ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών θα καλυφθεί μέσω δανεισμού, με ενδεχόμενο αρνητικό αντίκτυπο στις επενδύσεις για δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές.
Οι προοπτικές για την ανάπτυξη διαμορφώνονται διαφορετικά ανά περιοχή. Κατά την περίοδο της κορύφωσης της αβεβαιότητας, στις αρχές Απριλίου, το 77% των επικεφαλής οικονομολόγων ανέμενε υποτονική ή και πολύ ασθενή ανάπτυξη στις ΗΠΑ για το 2025, συνοδευόμενη από υψηλό πληθωρισμό (79%) και αποδυνάμωση του δολαρίου (76%). Στον αντίποδα, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, οι προσδοκίες για την Ευρώπη διαφαίνονται ελαφρώς βελτιωμένες, κυρίως λόγω προσδοκώμενης αύξησης των δημοσίων δαπανών, ιδίως στη Γερμανία. Για την Κίνα, το κλίμα παραμένει επιφυλακτικό, καθώς οι απόψεις διίστανται ως προς την επίτευξη του στόχου αύξησης του ΑΕΠ κατά 5% φέτος. Ιδιαίτερη δυναμική εξακολουθεί να παρουσιάζει η Νότια Ασία, όπου το 33% εκτιμά ότι θα σημειωθεί ισχυρή ή πολύ ισχυρή ανάπτυξη εντός του έτους.
Σημαντικός παράγοντας διαμόρφωσης της νέας πραγματικότητας αποτελεί η τεχνητή νοημοσύνη, η οποία λειτουργεί ταυτόχρονα ως μοχλός ανάπτυξης και ως πιθανή πηγή κινδύνων. Το 46% των επικεφαλής οικονομολόγων θεωρεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει σε μέτρια αύξηση του παγκόσμιου πραγματικού ΑΕΠ (0-5%) την επόμενη δεκαετία, ενώ ένα επιπλέον 35% βλέπει ακόμα μεγαλύτερες αυξήσεις (5-10%). Ως βασικά πεδία που θα δώσουν ώθηση στην οικονομία εντοπίζονται η αυτοματοποίηση εργασιών (68%), η επιτάχυνση της καινοτομίας (62%) και η αύξηση της παραγωγικότητας (49%). Ωστόσο, παραμένουν οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις στην αγορά εργασίας, με το 47% να προβλέπει καθαρές απώλειες θέσεων εργασίας τα επόμενα χρόνια, έναντι 19% που αναμένει αύξηση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανότητα κατάχρησης της τεχνητής νοημοσύνης για παραπληροφόρηση και αποσταθεροποίηση, την οποία το 53% των ερωτηθέντων αναγνωρίζει ως τον σημαντικότερο σχετικό κίνδυνο. Συχνά αναφέρονται επίσης η συγκέντρωση ισχύος σε λίγους παρόχους τεχνολογίας (47%) και η ανατροπή υφιστάμενων επιχειρηματικών μοντέλων (44%).
Σύμφωνα με τους επικεφαλής οικονομολόγους, η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί συντονισμένες ενέργειες τόσο από κυβερνήσεις όσο και από τον ιδιωτικό τομέα. Για τις κυβερνήσεις, οι προτεραιότητες περιλαμβάνουν επενδύσεις σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης (89%), ενίσχυση της υιοθέτησης της τεχνολογίας σε καίριους τομείς (86%), διευκόλυνση της κινητικότητας ταλέντων (80%) και ενίσχυση της εκπαίδευσης και επανακατάρτισης (75%). Για τις επιχειρήσεις, έμφαση δίνεται στην ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στις βασικές λειτουργίες (95%), στην επανεκπαίδευση των εργαζομένων (91%) και στην προετοιμασία της ηγεσίας για τον ψηφιακό μετασχηματισμό (83%).



