Παρατεταμένες πιέσεις καταγράφονται στον κύκλο εργασιών του λιανικού εμπορίου εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων το πρώτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία ανάλυσης του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ. Οι επιδόσεις της αγοράς παραμένουν υποτονικές, με τους εκπροσώπους του εμπορικού κόσμου να εκφράζουν ανησυχία για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων υπό το βάρος της αύξησης του κόστους και της αδύναμης ζήτησης.
Με αφορμή τα ευρήματα της ανάλυσης, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, δήλωσε ότι «επιβεβαιώνονται δυστυχώς οι ανησυχίες του εμπορικού κόσμου και της ΕΣΕΕ ότι βιώνουμε σε ένα μεγάλο τμήμα του Εμπορίου μία παρατεταμένη περίοδο αρνητικού πραγματικού ισοζυγίου εσόδων – εξόδων, με το κακό ξεκίνημα του 2025 να παίρνει τη σκυτάλη από το στάσιμο 2024». Ο ίδιος επεσήμανε ότι όσο ο πληθωρισμός υπερβαίνει την αναιμική αύξηση του τζίρου, οι αντοχές των επιχειρήσεων περιορίζονται και η ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων στήριξης από την Πολιτεία γίνεται επιτακτική.
Μικρή αύξηση της τάξης του 1,2% σημείωσε ο κύκλος εργασιών στις εμπορικές επιχειρήσεις εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων το πρώτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ. Σε απόλυτα μεγέθη, η αύξηση μεταφράζεται σε 68 εκατ. ευρώ, με τον συνολικό τζίρο να διαμορφώνεται σε 5,59 δισ. ευρώ έναντι 5,52 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024.
Η αύξηση αυτή αποτελεί τη χαμηλότερη επίδοση των τελευταίων τεσσάρων ετών για τον κλάδο. Ο ρυθμός ανόδου των πωλήσεων παρέμεινε χαμηλότερος από τον πληθωρισμό, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 2,6% την ίδια περίοδο, με αποτέλεσμα ο πραγματικός όγκος πωλήσεων να εμφανίζεται μειωμένος συγκριτικά με πέρυσι. Η ονομαστική αύξηση του κύκλου εργασιών οφείλεται κυρίως στην άνοδο των τιμών και αντισταθμίζεται από τις ανατιμήσεις που καταγράφονται συνολικά στην ελληνική οικονομία.
Σύμφωνα με την ανάλυση, αυξημένο ενδιαφέρον καταγράφεται για προϊόντα υπαίθριων πάγκων, αγορών και μεταχειρισμένων ειδών, παρά το μικρό τους μερίδιο στον συνολικό τζίρο. Το φαινόμενο αυτό ερμηνεύεται ως ένδειξη των εντεινόμενων πιέσεων που δέχονται τα νοικοκυριά στο τρέχον οικονομικό περιβάλλον.
Οι μεγαλύτερες αυξήσεις στον κύκλο εργασιών, σε απόλυτους αριθμούς, παρατηρήθηκαν στους τομείς των φαρμακευτικών ειδών, παιχνιδιών και επίπλων/ειδών οικιακής χρήσης. Σε ποσοστιαίες μεταβολές, ξεχώρισαν οι επιχειρήσεις υπαίθριων πάγκων σε κλωστοϋφαντουργικά, ενδύματα και υποδήματα, καθώς και τα μεταχειρισμένα είδη, που παρουσίασαν αυξήσεις άνω του 30%.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις κατέγραψαν χειρότερες επιδόσεις στον κύκλο εργασιών σε σχέση με τις μεγάλες. Συγκεκριμένα, στο σύνολο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, ο κύκλος εργασιών υποχώρησε κατά 1,1%, μειώνοντας το μερίδιό τους στο 75,7% από 77,5% το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024.
Σε επίπεδο περιφερειών, η Κρήτη σημείωσε αύξηση 3,4% και η Αττική 2,9%, ενώ πτωτικά κινήθηκαν το Νότιο Αιγαίο και η Θεσσαλία με μείωση 4,4% και 4,0% αντίστοιχα. Εξαίρεση αποτέλεσε το πρώτο τρίμηνο του 2022, όπου είχε καταγραφεί η υψηλότερη ετήσια μεταβολή τζίρου λόγω της σταδιακής επιστροφής στην κανονικότητα μετά την πανδημία και του αυξημένου πληθωρισμού.
Τέλος, σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2024, ο κύκλος εργασιών του λιανικού εμπορίου σημείωσε πτώση κατά 25%, που αντιστοιχεί σε μείωση 1,9 δισ. ευρώ μέσα σε ένα τρίμηνο. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στην εποχικότητα της δραστηριότητας και στο δυσμενές διεθνές οικονομικό κλίμα, που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, περιορισμό καταναλωτικής δαπάνης και αύξηση του κόστους προμηθειών και πρώτων υλών.



