Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, τοποθετήθηκε δημόσια για τη σχέση καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας στο πλαίσιο ημερίδας που συνδιοργάνωσαν η Τράπεζα της Ελλάδος και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, υπογραμμίζοντας πως η ανταγωνιστικότητα «ως έννοια κυρίως συναρτάται με την παραγωγικότητα». Αναφερόμενος στη μακροπρόθεσμη σημασία της παραγωγικότητας για το βιοτικό επίπεδο, παρέπεμψε στο απόφθεγμα του Paul Krugman: «η παραγωγικότητα δεν είναι το παν, αλλά μακροπρόθεσμα είναι σχεδόν το παν». Ο κ. Στουρνάρας υποστήριξε ότι για την Ελλάδα η αύξηση της παραγωγικότητας αποτελεί όχι μόνο προϋπόθεση για την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου, αλλά και για τη διατήρησή του, επισημαίνοντας ότι οι σημερινές δημογραφικές τάσεις στη χώρα καθιστούν το ζήτημα αυτό ακόμα πιο πιεστικό.
Στην τοποθέτησή του, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ανέδειξε ότι η μέση παραγωγικότητα ανά εργατοώρα στη χώρα ανέρχεται στο 56,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όπως προκύπτει από τα τελευταία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όπως σημείωσε, η υστέρηση αυτή συνδέεται με διαρθρωτικούς λόγους, όπως το χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού, τη χαμηλή αντιστοιχία των δεξιοτήτων με τις απαιτήσεις της αγοράς, αλλά και τις ανεπαρκείς επιδόσεις σε διοικητικές πρακτικές. Σημαντικός παράγοντας θεωρείται και η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, που παρουσιάζει υψηλή εξάρτηση από κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας και προστιθέμενης αξίας, με αποτέλεσμα η υστέρηση να αποδίδεται τόσο σε κλαδικές αδυναμίες όσο και σε διαχρονικές διαρθρωτικές ανεπάρκειες.
Αναφορικά με τις εξελίξεις των τελευταίων ετών, ο κ. Στουρνάρας επεσήμανε ότι οι επενδύσεις στην Ελλάδα ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν αυξηθεί από 11% το 2019 σε περίπου 16% σήμερα, αν και υπολείπονται του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαμορφώνεται στο 22%. Παράλληλα, οι ελληνικές εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν διπλασιαστεί από την περίοδο της κρίσης, γεγονός που συνοδεύεται και από αλλαγές στη δομή τους. Ωστόσο, η επίδοση της Ελλάδας σε σύγκριση με άλλες προηγμένες οικονομίες της Ευρώπης εξακολουθεί να παραμένει χαμηλή, καθώς και πριν από την κρίση υπήρχε σημαντική διαφορά ως προς τα επίπεδα παραγωγικότητας.
Σχετικά με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή οικονομία, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος παρέπεμψε στις εκθέσεις Λέττα και Ντράγκι, τονίζοντας την ανάγκη για αύξηση των επενδύσεων, μεταρρυθμίσεις και άρση των στρεβλώσεων στην ενιαία αγορά. Σημείωσε πως η Ευρώπη παρουσιάζει επενδυτικό κενό της τάξης του 5% του ΑΕΠ έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο αποδίδεται κυρίως στη μείωση των επενδύσεων σε τομείς υψηλής τεχνολογίας μετά την παγκόσμια κρίση του 2008/2009. Επικαλέστηκε έκθεση του ΔΝΤ που καταγράφει «κρυφούς δασμούς» 45% στα αγαθά και 110% στις υπηρεσίες εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επιβαρύνοντας το εμπόριο και περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της ιδιωτικής χρηματοδότησης μέσω κεφαλαίων συμμετοχών για τις επιχειρήσεις έντασης γνώσης, δεδομένης της άυλης φύσης του κεφαλαίου τους, τονίζοντας τις προκλήσεις που δημιουργεί αυτό για το τραπεζικό σύστημα. Παρουσίασε ως παράδειγμα την περιοχή της Silicon Valley, όπου το ανεπτυγμένο οικοσύστημα κεφαλαίων συμμετοχών έχει λειτουργήσει ως κινητήριος μοχλός για την άνθηση της ψηφιακής οικονομίας, σε αντίθεση με την Ευρώπη όπου η αύξηση εταιρικής χρηματοδότησης μέσω κεφαλαίων συμμετοχών παραμένει περιορισμένη. Επεσήμανε ότι «η υστέρηση στα κεφάλαια συμμετοχών είναι κεντρικό θέμα της έκθεσης Ντράγκι και θεωρείται ως ένας σημαντικός λόγος για τη γενικότερη στασιμότητα της Ευρώπης στις νέες τεχνολογίες», ενώ ανέδειξε την ανάγκη για ολοκλήρωση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και βελτίωση του θεσμικού πλαισίου διαχείρισης των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων.
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος κατέγραψε, τέλος, τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί στην Ελλάδα, με τη θεσμοθέτηση του τρίτου πυλώνα του ασφαλιστικού συστήματος και την προοπτική εξαγοράς του Χρηματιστηρίου Αθηνών από τον όμιλο Euronext, εκτιμώντας ότι αυτές οι εξελίξεις μπορούν να ενισχύσουν τη χρηματοδότηση των ελληνικών επιχειρήσεων και να διευρύνουν την πρόσβαση σε διεθνή κεφάλαια. Υποστήριξε επίσης τη σημασία της περαιτέρω εμβάθυνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης στον χρηματοπιστωτικό τομέα, με την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης, την προώθηση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και τη δημιουργία κοινού ασφαλούς περιουσιακού στοιχείου πανευρωπαϊκής εμβέλειας, εκτιμώντας ότι «η υλοποίηση αυτών των πολιτικών θα συμβάλει στην αποτελεσματικότερη διοχέτευση των αποταμιεύσεων προς παραγωγικές και καινοτόμες επενδύσεις και θα ενδυναμώσει τη συνοχή και την ανθεκτικότητα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης και συνακόλουθα την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας».



