Η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει αντιμέτωπη με σοβαρές διαρθρωτικές προκλήσεις, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για τις προοπτικές της απασχόλησης το 2025.
Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στον ΟΟΣΑ, φθάνοντας το 7,9% τον Μάιο του 2025, περίπου τρεις ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού. Ταυτόχρονα, οι δείκτες απασχόλησης για γυναίκες, νέους και μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους παραμένουν από τους χαμηλότερους σε διεθνές επίπεδο, φέρνοντας στο προσκήνιο τις ανισότητες και την ανάγκη ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων για την ενίσχυση της συμμετοχής όλων των κοινωνικών ομάδων στην αγορά εργασίας.
Η έκθεση επισημαίνει ότι η συμμετοχή των γυναικών στο εργατικό δυναμικό είναι ιδιαίτερα χαμηλή στην Ελλάδα. Παράλληλα, το ποσοστό των νέων που δεν συμμετέχουν ούτε στην εργασία ούτε στην εκπαίδευση ή κατάρτιση ξεπερνά το 15%, αντανακλώντας τη δυσκολία μετάβασης από το εκπαιδευτικό σύστημα στην απασχόληση και την ύπαρξη ενός σημαντικού ανεκμετάλλευτου δυναμικού. Η έκθεση αναδεικνύει επίσης τη χαμηλή αξιοποίηση των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων και των μεταναστών, που θα μπορούσαν να συμβάλουν καθοριστικά στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος και στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, ιδίως σε μια χώρα που γηράσκει ταχύτατα.
Η υποτονική αύξηση της παραγωγικότητας παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, με την έκθεση να υπογραμμίζει πως η ετήσια μεταβολή του κατά κεφαλήν ΑΕΠ διαμορφώνεται σε αρνητικά επίπεδα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 2011-2019. Τα εμπόδια που σχετίζονται με την αγορά εργασίας, όπως το περιορισμένο εύρος της μερικής απασχόλησης, η αδυναμία συνδυασμού εργασίας και σύνταξης, αλλά και οι χαμηλοί δείκτες δια βίου μάθησης, επιτείνουν τη δυσκολία προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας στις δημογραφικές εξελίξεις. Το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής μεγαλύτερων σε ηλικία ατόμων στην αγορά εργασίας οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο θεσμικό πλαίσιο που περιορίζει τη δυνατότητα παράλληλης λήψης σύνταξης και μισθού, καθώς και στην ανεπαρκή επένδυση σε συνεχιζόμενη κατάρτιση.
Σημαντικό εύρημα της έκθεσης αποτελεί η επισήμανση ότι το δυνητικό κέρδος στην ετήσια αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από την ενεργοποίηση του εργατικού δυναμικού των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων, των γυναικών και άλλων ανεκμετάλλευτων ομάδων θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η κινητοποίηση αυτών των εργαζομένων έχει τη δυνατότητα να αντισταθμίσει σε μεγάλο βαθμό τις απώλειες που προκαλούνται από τη γήρανση του πληθυσμού και να ενισχύσει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι θα επιταχυνθούν οι σχετικές μεταρρυθμίσεις.
Σε διεθνές επίπεδο, η έκθεση του ΟΟΣΑ επιβεβαιώνει ότι οι αγορές εργασίας των χωρών-μελών παραμένουν ανθεκτικές, παρά τις αναταράξεις που προκάλεσαν η πανδημία, οι γεωπολιτικές εντάσεις και η ενεργειακή κρίση. Η απασχόληση και η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό έχουν φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ, ενώ το ποσοστό ανεργίας διατηρείται σε ιστορικά χαμηλά. Ωστόσο, διαφαίνονται πλέον σημάδια επιβράδυνσης, με τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης να μειώνεται και τη στενότητα της αγοράς εργασίας να επιστρέφει στα προ πανδημίας επίπεδα. Η πραγματική αύξηση των μισθών παραμένει θετική σε σχεδόν όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, αν και σε πολλές περιπτώσεις τα επίπεδα αμοιβών δεν έχουν επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα του 2021, ιδιαίτερα στους εργαζόμενους μεσαίου εισοδήματος.
Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι η δημογραφική μετάβαση, με την ταυτόχρονη μείωση της γονιμότητας και την αύξηση του προσδόκιμου ζωής, θα επιβαρύνει σημαντικά την αναπτυξιακή προοπτική και το βιοτικό επίπεδο των χωρών μελών. Ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων αυξήθηκε από 19% το 1980 σε 31% το 2023 και εκτιμάται ότι θα φτάσει το 52% έως το 2060, μεταβάλλοντας δραστικά τη σχέση μεταξύ οικονομικά ενεργού και μη ενεργού πληθυσμού. Η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί κατά περίπου 40% έως το 2060, από 1% ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2006-2019 σε μόλις 0,6% τα επόμενα χρόνια, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα.
Η έκθεση αναδεικνύει ως βασική προτεραιότητα την κινητοποίηση ανεκμετάλλευτων ομάδων του πληθυσμού, όπως οι γυναίκες, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι, οι νέοι και οι μετανάστες. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη επένδυσης στη δια βίου μάθηση και την κατάρτιση, καθώς και στη διευκόλυνση της επαγγελματικής κινητικότητας, ώστε να περιοριστούν οι συνέπειες της γήρανσης του πληθυσμού και να ενισχυθεί η παραγωγικότητα. Ταυτόχρονα, επισημαίνεται ότι η αξιοποίηση των ωφελειών της τεχνητής νοημοσύνης και των νέων τεχνολογιών θα είναι κρίσιμη για την αναζωογόνηση της παραγωγικότητας, χωρίς όμως να αποτελεί πανάκεια απέναντι στη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού.
Στο πλαίσιο αυτό, η έγκαιρη προσαρμογή των αγορών εργασίας και των κοινωνικών πολιτικών στις νέες δημογραφικές και τεχνολογικές συνθήκες αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής ανάπτυξης στις χώρες του ΟΟΣΑ. Ο Οργανισμός υπογραμμίζει την ανάγκη για στοχευμένες μεταρρυθμίσεις που θα επιτρέψουν την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού, ιδιαίτερα σε χώρες όπως η Ελλάδα που αντιμετωπίζουν έντονη δημογραφική πρόκληση και διαρθρωτικά εμπόδια στην αγορά εργασίας.



