Μελέτη της Eurobank καταγράφει μια δυναμική που αλλάζει σταδιακά το τοπίο του ελληνικού τουρισμού: παρότι οι αφίξεις ξένων επισκεπτών συνεχίζουν να αυξάνονται, η μέση δαπάνη ανά τουρίστα και η διάρκεια παραμονής τους στη χώρα μειώνονται. Το 2024, οι αφίξεις ξεπέρασαν τα 40,7 εκατομμύρια ταξιδιώτες, σημειώνοντας ρεκόρ για τον κλάδο, ωστόσο η μέση δαπάνη ανά επισκέπτη διαμορφώθηκε στα 530,6 ευρώ, σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με τα 640,4 ευρώ του 2010. Παράλληλα, η μέση διάρκεια διαμονής υποχώρησε στις 5,9 διανυκτερεύσεις, έναντι 9,3 που ήταν πριν από δεκαπέντε χρόνια, επιβεβαιώνοντας τη στροφή σε σύντομα ταξίδια και city breaks.
Η τάση αυτή ενισχύεται από την αύξηση των βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb, που ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο καταλύματα το 2024, αλλά και από τη μεγάλη άνοδο των οδικών αφίξεων, κυρίως από τα Βαλκάνια, με αποτέλεσμα να καταγράφεται μικρότερη διάρκεια παραμονής κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και την Αττική. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά πακέτα “ήλιος και θάλασσα”, η ενίσχυση των city breaks και των σύντομων επισκέψεων συμβάλλει στη μείωση της εποχικότητας, με το γ’ τρίμηνο να χάνει μερίδιο στις ετήσιες εισπράξεις (53,3% το 2024, με μείωση 6,5 μονάδων τα τελευταία δύο χρόνια).
Παρά την αύξηση στις συνολικές αφίξεις και τα ονομαστικά έσοδα, τα πραγματικά τουριστικά έσοδα δεν έχουν επιστρέψει στα προ πανδημίας επίπεδα. Το 2024, τα έσοδα έφτασαν τα 21,6 δισ. ευρώ ή το 9,1% του ΑΕΠ, με τη συνολική συνεισφορά του τουρισμού στην οικονομία να εκτιμάται κοντά στο 20%. Ωστόσο, η μείωση της μέσης δαπάνης ανά επισκέπτη και η στασιμότητα της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση σε πραγματικούς όρους δείχνουν ότι η αυξημένη ζήτηση δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε αντίστοιχα υψηλότερα οφέλη για την οικονομία. Το τουριστικό προϊόν της χώρας γίνεται όλο και πιο μαζικό, με περισσότερους τουρίστες που μένουν λιγότερο και ξοδεύουν λιγότερα.
Σημαντική διάσταση της μελέτης αποτελεί η δυναμική των βραχυχρόνιων μισθώσεων, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 24,7% την περίοδο 2022-2024, καλύπτοντας τη μεγάλη άνοδο στις αφίξεις. Παράλληλα, καταγράφεται χαμηλότερη πληρότητα και μικρότερη μέση διάρκεια διαμονής σε σχέση με τα ξενοδοχεία, ενώ η εξάπλωση αυτού του φαινομένου επιβαρύνει και την αγορά μακροχρόνιων ενοικιάσεων, εντείνοντας το στεγαστικό πρόβλημα. Η μελέτη τονίζει ότι η μαζική λειτουργία των βραχυχρόνιων μισθώσεων απομακρύνεται από την ιδέα της οικονομίας διαμοιρασμού και πλέον λειτουργεί ως κανονική επιχειρηματική δραστηριότητα, συχνά με πλεονεκτήματα έναντι των παραδοσιακών μονάδων φιλοξενίας. Προτείνεται έτσι η αυστηρότερη ρύθμιση και η επαναφορά τους στο αρχικό τους πλαίσιο.
Η Eurobank δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη σταθερής αναβάθμισης των τουριστικών υποδομών, όπως οι μεταφορές, τα δίκτυα, οι μαρίνες, η διαχείριση ενέργειας και νερού, αλλά και στην κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού. Η ενίσχυση του ποιοτικού τουρισμού προϋποθέτει εξειδικευμένο και καλά εκπαιδευμένο προσωπικό, που με τη σειρά του μπορεί να προσφέρει καλύτερες και πιο σταθερές θέσεις εργασίας και να ενισχύσει την ανάπτυξη της περιφέρειας. Η συνολική επιτυχία του κλάδου εξαρτάται από τη μακροπρόθεσμη επένδυση τόσο στις υποδομές όσο και στο ανθρώπινο κεφάλαιο.
Σύμφωνα με τη μελέτη, αυτή η εξέλιξη εγκυμονεί κινδύνους για τη βιωσιμότητα του κλάδου, καθώς η υπερσυγκέντρωση επισκεπτών χωρίς αντίστοιχη αναβάθμιση της ποιότητας και της προστιθέμενης αξίας μπορεί να οδηγήσει σε υποβάθμιση των υποδομών, του περιβάλλοντος και της τουριστικής εμπειρίας. Οι ερευνητές προτείνουν στροφή σε ένα πιο βιώσιμο και ποιοτικό μοντέλο ανάπτυξης, με έμφαση στην αύξηση της δαπάνης ανά επισκέπτη, την προστασία του φυσικού πλούτου και τη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας κάθε προορισμού. Προτείνουν επίσης αυστηρότερη εφαρμογή της νομοθεσίας για τη δόμηση, αναβάθμιση υποδομών, προώθηση εναλλακτικών μορφών τουρισμού και περιορισμούς στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, με στόχο τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουρισμού στη διεθνή αγορά και τη διασφάλιση των οφελών για την οικονομία και την κοινωνία μακροπρόθεσμα.



