Σταθερά ψηλά παραμένει ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, με τις τιμές να συνεχίζουν την ανιούσα παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση που παρατηρείται στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Σύμφωνα με το τελευταίο Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (HICP) αυξήθηκε στη χώρα μας στο 3,6% τον Ιούνιο, διατηρώντας το προβάδισμα έναντι του αντίστοιχου μέσου όρου της ευρωζώνης, ο οποίος ανήλθε στο 2%. Ειδικότερα, το κύριο βάρος της ανόδου αποδίδεται στις τιμές των υπηρεσιών και της ενέργειας, με τον δομικό πληθωρισμό –δηλαδή τον HICP εξαιρουμένων της ενέργειας και των τροφίμων– να ενισχύεται στο 4,2%, από 4% τον προηγούμενο μήνα.
Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές πιέσεις στη ζώνη του ευρώ φαίνεται να μετριάζονται. Η αύξηση των τιμών σε βασικές κατηγορίες, όπως τα νωπά τρόφιμα και οι υπηρεσίες, αντισταθμίστηκε μερικώς από την επιβράδυνση στη μεταποίηση και στα βιομηχανικά αγαθά εκτός ενέργειας. Ο δομικός πληθωρισμός στην ευρωζώνη διαμορφώθηκε σταθερά στο 2,3%, υποδηλώνοντας ότι το φαινόμενο της αποκλιμάκωσης συνεχίζεται με ήπιο ρυθμό, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες οι αντίστοιχοι δείκτες κινούνται επίσης ανοδικά, με τον πληθωρισμό να ανέρχεται στο 2,7% και τον δομικό δείκτη στο 2,9%.
Στην ελληνική οικονομία, η εικόνα παραμένει σύνθετη, καθώς οι τιμές ενέργειας καταγράφουν έντονες διακυμάνσεις, με τις αυξήσεις στο ηλεκτρικό ρεύμα και τη σταθεροποίηση στα καύσιμα να οδηγούν σε θετικό πρόσημο για πρώτη φορά έπειτα από μήνες. Οι υπηρεσίες, με αιχμή τη στέγαση, τα ενοίκια και τον τουρισμό, διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, αυξάνοντας τη διαφορά του ελληνικού πληθωρισμού από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παράλληλα, το κόστος μεταφοράς αγαθών σταδιακά υποχωρεί, καθώς ο χρόνος μεταφοράς από την Κίνα προς τις ΗΠΑ και την Ευρώπη επιστρέφει σε επίπεδα προ πανδημίας.
Η αγορά εργασίας προσφέρει μια ανάσα, με την ανεργία στην Ελλάδα να υποχωρεί κάτω από το 8% για πρώτη φορά από το 2008, ωστόσο οι αποδοχές ανά εργαζόμενο συνεχίζουν να μειώνονται, περιορίζοντας τις πληθωριστικές πιέσεις από το κόστος εργασίας. Στην υπόλοιπη ευρωζώνη, οι αποδοχές παραμένουν αυξημένες, αλλά η δυναμική τους αμβλύνεται, συμβάλλοντας στη διατήρηση της γενικής τάσης αποκλιμάκωσης.
Οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό, τόσο από αναλυτές όσο και από επιχειρήσεις και καταναλωτές, φαίνεται να αποκλιμακώνονται σταδιακά. Για το 2025, οι αναλυτές προβλέπουν σταθερό πληθωρισμό στο 2% στην ευρωζώνη και στο 2,9% στις ΗΠΑ, ενώ οι ελληνικές επιχειρήσεις εκτιμούν μείωση του πληθωρισμού στον επόμενο χρόνο. Οι καταναλωτές, αν και διατηρούν υψηλότερες προσδοκίες, εμφανίζουν τάσεις προσαρμογής στις νέες συνθήκες, με τη βραχυπρόθεσμη εκτίμηση να περιορίζεται.
Σε επίπεδο νομισματικής πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προχωρήσει σε μείωση των βασικών επιτοκίων κατά 100 μονάδες βάσης εντός του 2025, ενώ οι αγορές προεξοφλούν ακόμη μία μείωση έως το τέλος του έτους και σταθεροποίηση στη συνέχεια. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ διατηρεί στάση αναμονής, με τις αγορές να αναμένουν δύο μειώσεις μέχρι το τέλος του έτους, ωστόσο η βεβαιότητα για τη δεύτερη έχει μειωθεί λόγω των πρόσφατων στοιχείων για τον αμερικανικό πληθωρισμό.
Οι προβλέψεις για το προσεχές διάστημα κάνουν λόγο για περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη, με τον δείκτη να κινείται παροδικά κάτω από τον στόχο το 2026, πριν επιστρέψει στο 2% το 2027, υπό την επίδραση κυρίως των ενεργειακών τιμών. Για την Ελλάδα, ο πληθωρισμός εκτιμάται στο 2,5% φέτος, με σταδιακή μείωση στο 2,1% το 2026 και προσωρινή αύξηση στο 2,4% το 2027, λόγω της ένταξης του νέου συστήματος εμπορίας ρύπων στο κόστος ενέργειας. Παράλληλα, ο δομικός πληθωρισμός αναμένεται να συγκλίνει σταδιακά με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αν και θα παραμείνει υψηλότερος μέχρι το 2027.
Σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς ισορροπίες αλλάζουν διαρκώς και οι τιμές κινούνται ανάμεσα σε μεταβλητές ενέργειας, μισθών και υπηρεσιών, η ελληνική οικονομία καλείται να βρει σταθερά βήματα, παρακολουθώντας στενά τις εξελίξεις και διατηρώντας το βλέμμα στραμμένο στις παγκόσμιες τάσεις. Το Inflation Monitor της Τράπεζας της Ελλάδος καταγράφει τους κραδασμούς και τις ευκαιρίες μιας περιόδου όπου η λέξη-κλειδί παραμένει η προσαρμογή.



