ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση κατέληξαν τελικά σε εμπορική συμφωνία, μετά από διαπραγματεύσεις που κράτησαν ως την τελευταία στιγμή και ενώ λίγες ημέρες πριν από τη διορία της 1ης Αυγούστου, όλα έδειχναν ανοιχτά.
Η συμφωνία προβλέπει την επιβολή δασμού 15% στα περισσότερα ευρωπαϊκά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων των αυτοκινήτων, ποσοστό μικρότερο από το 30% που είχε απειλήσει αρχικά ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά υψηλότερο από το 10% που επιδίωκε η ΕΕ. Εξαιρούνται από το νέο δασμό συγκεκριμένες κατηγορίες, όπως αεροσκάφη και εξαρτήματά τους, ορισμένα χημικά προϊόντα και φαρμακευτικά είδη, όπως διευκρίνισε η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Παράλληλα, έγινε σαφές ότι ο νέος δασμός 15% δεν θα προστεθεί σε υφιστάμενους δασμούς.
Ο Τραμπ, μιλώντας αμέσως μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας δίπλα στην πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τη χαρακτήρισε «τη μεγαλύτερη όλων των συμφωνιών», ενώ τόνισε πως οι διαπραγματεύσεις ήταν «σκληρές» και το ενδεχόμενο συμφωνίας βρισκόταν αρχικά «στο 50-50». Από πλευράς της, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησε για μια μεγάλη, ισχυρή και δύσκολη συμφωνία, που φέρνει σταθερότητα στη διατλαντική εμπορική σχέση.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, η ΕΕ δεσμεύεται για αγορές αμερικανικής ενέργειας συνολικής αξίας 750 δισ. δολαρίων, αλλά και για επιπλέον επενδύσεις στις ΗΠΑ ύψους 600 δισ. δολαρίων πάνω από τα σημερινά επίπεδα. Επίσης, ο Τραμπ ανέφερε ότι το ευρωπαϊκό μπλοκ θα προχωρήσει σε «αγορά εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων» σε αμερικανικό στρατιωτικό εξοπλισμό, χωρίς να δώσει ακριβές ποσό.
Το παρασκήνιο περιλάμβανε έντονο κλίμα αβεβαιότητας: στις Βρυξέλλες, είχαν ήδη εγκριθεί πακέτα αντιμέτρων που θα ενεργοποιούνταν αν δεν προχωρούσε η συμφωνία, με στόχο αμερικανικά προϊόντα και με ενδεχόμενη ενεργοποίηση του «Anti-Coercion Instrument», το λεγόμενο «εμπορικό μπαζούκα» της ΕΕ. Ταυτόχρονα, ο Τραμπ είχε δώσει δημόσια ποσοστό 50-50 στην πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας πριν τη συνάντηση με τη φον ντερ Λάιεν.
Η είδηση της συμφωνίας χαιρετίστηκε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, αλλά συνοδεύεται από ανησυχία για τις αυξημένες επιβαρύνσεις. Ο πρωθυπουργός της Ιρλανδίας, Μιχόλ Μάρτιν, μίλησε για «νέα εποχή σταθερότητας» στις εμπορικές σχέσεις, αλλά επισήμανε ότι οι υψηλότεροι δασμοί θα κάνουν το διμερές εμπόριο ακριβότερο και πιο απαιτητικό. Από τη Γερμανία, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς σημείωσε ότι αποφεύχθηκε μια εμπορική σύγκρουση που θα έπληττε σοβαρά τη γερμανική εξαγωγική οικονομία, ενώ τόνισε τη σημασία της μείωσης του δασμού στα αυτοκίνητα από 27,5% σε 15%.
Το μέγεθος της εμπορικής σχέσης ΗΠΑ-ΕΕ είναι ενδεικτικό: σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το διμερές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών ανήλθε σε 1,68 τρισ. ευρώ το 2024, με συνολικό εμπορικό πλεόνασμα της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ περίπου 50 δισ. ευρώ το 2023. Αν και η ΕΕ εμφανίζει πλεόνασμα στα αγαθά, καταγράφει έλλειμμα στις υπηρεσίες.
Σε κάθε περίπτωση, η νέα συμφωνία κλείνει μια περίοδο αβεβαιότητας και δίνει ένα σήμα σταθερότητας στις διατλαντικές σχέσεις, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για το πρακτικό κόστος σε επιχειρήσεις και καταναλωτές και για τον βαθμό υλοποίησης των δεσμεύσεων που ανακοινώθηκαν.



