Η παγκόσμια οικονομία διατηρείται σε φάση ανθεκτικότητας, παρά τις εμπορικές εντάσεις και την αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, σύμφωνα με την τελευταία επικαιροποιημένη έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για τον Ιούλιο του 2025.
Το ΔΝΤ αναθεώρησε ανοδικά τις προβλέψεις του για την παγκόσμια ανάπτυξη, εκτιμώντας ότι ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου ΑΕΠ θα φτάσει το 3,0% το 2025 και το 3,1% το 2026, δηλαδή κατά 0,2 και 0,1 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από την αντίστοιχη πρόβλεψη του Απριλίου. Η αναθεώρηση αυτή αποδίδεται κυρίως στη μαζική επιτάχυνση οικονομικών δραστηριοτήτων ενόψει επικείμενων δασμών (front-loading), στη διατήρηση χαμηλότερων πραγματικών δασμολογικών συντελεστών από ό,τι είχε ανακοινωθεί, στη βελτίωση των χρηματοοικονομικών συνθηκών λόγω της εξασθένησης του δολαρίου και στη δημοσιονομική επέκταση σε μεγάλες οικονομίες. Ο νέος «αποτελεσματικός δασμολογικός συντελεστής» στις Ηνωμένες Πολιτείες διαμορφώνεται στο 17,3%, ενώ για τον υπόλοιπο κόσμο στο 3,5%.
Σύμφωνα με την έκθεση, η παγκόσμια τάση στον πληθωρισμό παραμένει καθοδική, με το ΔΝΤ να προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα περιοριστεί στο 4,2% το 2025 και στο 3,6% το 2026. Ενώ η γενική εικόνα αποκλιμάκωσης παραμένει, οι αποκλίσεις μεταξύ μεγάλων οικονομιών είναι έντονες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% τόσο το 2025 όσο και το 2026 (με πρόβλεψη 2,8% και 2,5% αντίστοιχα), με τον αντίκτυπο των δασμών να περνά σταδιακά στις τιμές καταναλωτή κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Αντίθετα, στην ευρωζώνη οι πληθωριστικές πιέσεις προβλέπονται πιο ήπιες, ενώ στην Κίνα η πρόβλεψη για τον headline πληθωρισμό παραμένει αμετάβλητη, αλλά ο δομικός πληθωρισμός αναμένεται ελαφρώς υψηλότερος (0,5% για το 2025 και 0,8% για το 2026).
Οι ρυθμοί ανάπτυξης στις βασικές οικονομίες διαφοροποιούνται σημαντικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αύξηση του ΑΕΠ προβλέπεται στο 1,9% για το 2025 και στο 2,0% για το 2026, ενώ το δημοσιονομικό πακέτο OBBBA εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την ανάπτυξη κατά περίπου 0,5% ετησίως μέχρι το 2030. Στην ευρωζώνη, η ανάπτυξη αναμένεται να ανέλθει στο 1,0% το 2025 και στο 1,2% το 2026, με την Ιρλανδία να καταγράφει ισχυρή επίδοση λόγω της αύξησης των εξαγωγών φαρμακευτικών προϊόντων και της λειτουργίας νέων παραγωγικών εγκαταστάσεων. Στην Κίνα, το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα πάνω τις προβλέψεις για το 2025 κατά 0,8 ποσοστιαίες μονάδες, εκτιμώντας ανάπτυξη 4,8%, κυρίως ως αποτέλεσμα της μείωσης των δασμών και της ισχυρής επίδοσης των εξαγωγών εκτός ΗΠΑ, αλλά και λόγω των υποστηρικτικών δημοσιονομικών μέτρων. Για την Ινδία, οι προβλέψεις σταθεροποιούνται στο 6,4% τόσο για το 2025 όσο και για το 2026, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης του διεθνούς περιβάλλοντος.
Στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, ο ρυθμός ανάπτυξης τοποθετείται στο 4,1% για το 2025 και στο 4,0% για το 2026, ενώ η Ασία αναμένεται να παραμείνει ο κινητήριος μοχλός της παγκόσμιας ανάπτυξης. Στη Μέση Ανατολή και την Κεντρική Ασία, η ανάπτυξη προβλέπεται να επιταχυνθεί στο 3,4% το 2025 και στο 3,5% το 2026, ενώ στην Υποσαχάρια Αφρική το ΔΝΤ προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 4,0% για το 2025 και 4,3% για το 2026. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, η ανάπτυξη εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί στο 2,2% το 2025 πριν επανέλθει στο 2,4% το 2026. Στην αναδυόμενη και αναπτυσσόμενη Ευρώπη, προβλέπεται επιβράδυνση της ανάπτυξης στο 1,8% το 2025 και ήπια ενίσχυση στο 2,2% το 2026.
Σε επίπεδο παγκόσμιου εμπορίου, οι προβλέψεις αναθεωρούνται ανοδικά για το 2025, με αύξηση του όγκου συναλλαγών κατά 2,6% (+0,9 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τον Απρίλιο), ενώ για το 2026 προβλέπεται επιβράδυνση (+1,9%, δηλαδή κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα). Η προσωρινή τόνωση λόγω front-loading αναμένεται να εξασθενήσει στο δεύτερο εξάμηνο του 2025, ενώ οι εισαγωγές και οι επενδύσεις συνέβαλαν δυναμικά στην ανάπτυξη κατά το πρώτο τρίμηνο, με την ιδιωτική κατανάλωση να εμφανίζει ηπιότερη δυναμική. Οι χρηματοοικονομικές αγορές έχουν απορροφήσει μεγάλο μέρος των κραδασμών που προκάλεσαν οι προηγούμενες αναταράξεις, με τα διεθνή χρηματιστήρια να ανακάμπτουν και το δολάριο να υποχωρεί, ενισχύοντας τη νομισματική ευελιξία σε αναδυόμενες οικονομίες. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ανεπτυγμένων οικονομιών καταγράφουν άνοδο λόγω ανησυχιών για τα υψηλά ελλείμματα και την αύξηση των εκδόσεων, ενώ οι τιμές του πετρελαίου προβλέπεται να μειωθούν κατά 13,9% το 2025 και κατά 5,7% το 2026. Οι τιμές μη καυσίμων εμπορευμάτων αναμένεται να αυξηθούν κατά 7,9% το 2025.
Το κλίμα αβεβαιότητας παραμένει έντονο, με τους κυριότερους κινδύνους να σχετίζονται με το ενδεχόμενο επαναφοράς υψηλών δασμολογικών συντελεστών ή αποτυχίας επίτευξης μόνιμων εμπορικών συμφωνιών. Η έκθεση σημειώνει πως, αν εφαρμοστούν τα μέγιστα επίπεδα δασμών που αναφέρθηκαν σε πρόσφατες επιστολές της αμερικανικής κυβέρνησης προς εμπορικούς εταίρους, η παγκόσμια ανάπτυξη το 2025 θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες. Επιπλέον, η κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή ή η Ουκρανία ενδέχεται να επιδράσει αρνητικά στην παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα και να οδηγήσει σε νέα άνοδο του πληθωρισμού, κυρίως μέσω των επιπτώσεων στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στις τιμές βασικών αγαθών. Ταυτόχρονα, η διατήρηση υψηλών δημοσιονομικών ελλειμμάτων σε μεγάλες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, η Βραζιλία και η Γαλλία αυξάνει τον κίνδυνο ανόδου του κόστους δανεισμού και μεταβλητότητας στις αγορές.
Παράλληλα, η έκθεση του ΔΝΤ επισημαίνει ότι ένα θετικό σενάριο, όπου επιτυγχάνονται αξιόπιστες εμπορικές συμφωνίες και μειώνονται οι δασμολογικοί συντελεστές, θα μπορούσε να δώσει περαιτέρω ώθηση στην παγκόσμια ανάπτυξη, περιορίζοντας την αβεβαιότητα και ενθαρρύνοντας τις επενδύσεις. Ωστόσο, ακόμη και αν οι δασμοί δεν αυξηθούν, η παρατεταμένη αβεβαιότητα μπορεί να βαρύνει την οικονομική δραστηριότητα, ειδικά σε εξαγωγικές οικονομίες. Επιπλέον, η ύπαρξη μεγάλων αποθεμάτων λόγω front-loading μπορεί να μειώσει τις εισαγωγές περισσότερο από ό,τι προβλέπεται, αν η ζήτηση δεν επιβεβαιωθεί ή αν οι χρηματοοικονομικές συνθήκες επιδεινωθούν.
Το ΔΝΤ εστιάζει στην ανάγκη αποκατάστασης της εμπιστοσύνης και της προβλεψιμότητας, υπογραμμίζοντας τη σημασία της διατήρησης της σταθερότητας τιμών, της χρηματοοικονομικής σταθερότητας, της δημοσιονομικής εξυγίανσης και της εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ενθαρρύνει τη διεθνή συνεργασία για τη μείωση της αβεβαιότητας που προκαλούν οι πολιτικές αποφάσεις, καθώς και την ενίσχυση των επενδύσεων. Οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να προσαρμόζουν τη νομισματική πολιτική με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις των δασμών και την πορεία του πληθωρισμού, ενώ η προστασία της ανεξαρτησίας τους θεωρείται κρίσιμη.
Συνολικά, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να εμφανίζει ανθεκτικότητα, όμως η σύνθεση της ανάπτυξης επηρεάζεται όλο και περισσότερο από βραχυπρόθεσμες στρεβλώσεις λόγω των εμπορικών εντάσεων και της αβεβαιότητας. Η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των εμπορικών διαπραγματεύσεων, την εκτόνωση των γεωπολιτικών εντάσεων και τη σταθεροποίηση των δημοσιονομικών πολιτικών στις μεγάλες οικονομίες. Το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι η επιστροφή σε τροχιά διατηρήσιμης ανάπτυξης προϋποθέτει τη συνέχιση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας και την υιοθέτηση πολιτικών που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον.



