Η Ελλάδα θα χρειαστεί να διοχετεύσει 24,6 δισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035 σε μη ενεργειακές υποδομές, σύμφωνα με τη νεότερη ανάλυση της Allianz για το παγκόσμιο επενδυτικό κενό. Από το συνολικό ποσό, 18,4 δισεκατομμύρια κατευθύνονται στο οδικό δίκτυο, 3,2 δισεκατομμύρια στα λιμάνια, 2,1 δισεκατομμύρια στους σιδηροδρόμους, 700 εκατομμύρια σε τηλεπικοινωνιακές και ψηφιακές υποδομές και 100 εκατομμύρια σε ύδρευση-αποχέτευση. Η χώρα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της Νότιας Ευρώπης, όπου καταγράφεται ιστορική υποχρηματοδότηση σε logistics και μεταφορές, γεγονός που δικαιολογεί την αυξημένη στήριξη από τα ευρωπαϊκά ταμεία για εκσυγχρονισμό και απαλλαγή των λιμανιών από εκπομπές.
Σε διεθνές επίπεδο, η Allianz εκτιμά ότι απαιτούνται ετήσιες επενδύσεις ίσες με το 3,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ ή περίπου 4,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, ώστε να καλυφθεί το συνολικό κενό στις κοινωνικές, μεταφορικές, ψηφιακές και ενεργειακές υποδομές. Για τις μη ενεργειακές ανάγκες, το άθροισμα φθάνει τα 11,5 τρισεκατομμύρια δολάρια μέχρι το 2035, εκ των οποίων δύο τρίτα αφορούν αναδυόμενες οικονομίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται να επενδύσουν πάνω από 1 τρισεκατομμύριο δολάρια, η Κίνα 1,5 τρισεκατομμύριο και η Ινδία περίπου 1 τρισεκατομμύριο, ενώ Γαλλία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο και Ισπανία χρειάζονται συνολικά 500 δισεκατομμύρια για την αναβάθμιση των αντίστοιχων δικτύων.
Η ανάγκη αυτή πυροδοτείται από τη δημογραφική έκρηξη και την αστικοποίηση στις αναπτυσσόμενες αγορές, αλλά και από τη γήρανση των υφιστάμενων δομών στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Παράλληλα, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα επιταχύνουν τη μετεγκατάσταση κρίσιμων βιομηχανιών σε φιλικές ή εγχώριες αγορές, αυξάνοντας τη ζήτηση για αποθηκευτικούς χώρους, λιμάνια και σιδηροδρομικές συνδέσεις. Στον ίδιο άξονα, η ταχύτατη διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης αλλάζει τον χάρτη της ψηφιακής υποδομής.
Κομβικός παράγοντας είναι η ενεργειακή μετάβαση, καθώς η Allianz υπολογίζει ότι θα απαιτηθούν 26-30,2 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2035 – ποσό που αντιστοιχεί στο 69% των συνολικών αναγκών. Παρά τον διπλασιασμό των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές την τελευταία δεκαετία, το ετήσιο παγκόσμιο έλλειμμα σε δίκτυα και συστήματα αποθήκευσης αγγίζει τα 1,5 τρισεκατομμύρια δολάρια, με ιδιαίτερες υστερήσεις στις ΗΠΑ και στις αναδυόμενες αγορές. Στην Ευρώπη, απαιτούνται 110-150 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για ενίσχυση και διασύνδεση των ηλεκτρικών δικτύων· η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στις ανεπτυγμένες οικονομίες προβλέπεται να αυξάνεται ετησίως κατά 3-4%, λόγω ηλεκτροκίνησης και αυτοματισμού.
Ο «ψηφιακός ενεργειακός γρίφος» γίνεται ολοένα πιο έντονος, καθώς ο τριπλασιασμός της κατανάλωσης ρεύματος από τα κέντρα δεδομένων μέχρι το 2030 απειλεί να επιβαρύνει περαιτέρω τα δίκτυα. Σε παραδοσιακά ώριμες αγορές όπως η Βόρεια Βιρτζίνια, η έλλειψη διαθέσιμων υποσταθμών ωθεί τους hyperscalers προς εναλλακτικές πολιτείες, ενώ στην Ευρώπη η Σουηδία και η Φινλανδία προσελκύουν επενδύσεις χάρη στους συνδυασμούς ανανεώσιμης ενέργειας και ψυχρού κλίματος.
Την ίδια ώρα, ο ιδιωτικός τομέας αναδεικνύεται σε βασικό μοχλό, με τα μη εισηγμένα περιουσιακά στοιχεία υπό διαχείριση να υπερβαίνουν το 1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια το 2024 έναντι λιγότερων από 25 δισεκατομμυρίων το 2005. Οι επενδυτές στρέφονται σε σταθερές, πληθωριστικά προστατευμένες αποδόσεις 6-10%, οι οποίες, σύμφωνα με την Allianz, ευθυγραμμίζονται με προβολή 8-10% για τα επόμενα χρόνια. Οι κατανομές κεφαλαίων απομακρύνονται από τους παραδοσιακούς τομείς υποδομών και κατευθύνονται σε ενεργειακά συστήματα, ψηφιακά δίκτυα και κοινωνικές υποδομές που υπόσχονται μακροπρόθεσμες ροές εσόδων.
Παρά τη διαθέσιμη ρευστότητα, το ουσιαστικό «μπαλάκι» βρίσκεται στην υλοποίηση. Η Allianz επισημαίνει καθυστερήσεις σε αδειοδοτήσεις, κορεσμό δικτύων και κατακερματισμένα ρυθμιστικά πλαίσια, ειδικά στις αναδυόμενες οικονομίες, τα οποία εμποδίζουν τη μετατροπή των κεφαλαίων σε πραγματικά έργα. Χωρίς επιτάχυνση των διαδικασιών, ενίσχυση της τεχνικής υποστήριξης και σύγκλιση των κανονισμών, το επενδυτικό κενό αναμένεται να διευρυνθεί, αυξάνοντας το κόστος συστήματος και τον κίνδυνο δημιουργίας ανενεργών παγίων, σε αντίθεση με τους κλιματικούς και ψηφιακούς στόχους που έχουν τεθεί για τις επόμενες δεκαετίες.



