Ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 2,0 % τον Ιούλιο του 2025, παραμένοντας αμετάβλητος έναντι του Ιουνίου σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat· η εξέλιξη επιβεβαιώνει τη σταθεροποίηση του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή γύρω από τον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε ένα περιβάλλον όπου η σύνθεση των πληθωριστικών πιέσεων διαφοροποιείται αισθητά μεταξύ κατηγοριών αγαθών και υπηρεσιών. Στην κορυφή της ανόδου εξακολουθούν να βρίσκονται τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός, ενώ η ενέργεια παραμένει αποπληθωριστική, χαμηλώνοντας τον συνολικό δείκτη.
Η Ελλάδα κατέγραψε ετήσιο πληθωρισμό 3,7 %, από 3,6 % τον Ιούνιο, τοποθετούμενη σε ομάδα υψηλών τιμών μαζί με Εσθονία (5,6 %), Κροατία (4,5 %), Σλοβακία (4,5 %), Αυστρία (3,6 %) και Βέλγιο (2,6 %). Στον αντίποδα, η Γαλλία εμφάνισε 0,9 %, η Ιταλία 1,7 %, η Φινλανδία 2,0 % και η Ιρλανδία 1,6 %, επιβεβαιώνοντας ότι οι πληθωριστικές δυναμικές παραμένουν ανομοιογενείς στο εσωτερικό της νομισματικής ένωσης.
Στο μεσαίο εύρος κυμάνθηκαν η Ισπανία με 2,7 %, οι Κάτω Χώρες με 2,5 %, η Πορτογαλία με 2,5 % και η Σλοβενία με 2,9 %, ενώ ενδιάμεσες επιδόσεις σημείωσαν η Λιθουανία (3,5 %), το Λουξεμβούργο (2,6 %), η Μάλτα (2,5 %) και η Κύπρος, όπου ο δείκτης σχεδόν μηδενίστηκε στο 0,1 %. Η Γερμανία υποχώρησε στο 1,8 % από 2,0 %, αντανακλώντας ήπια εγχώρια ζήτηση και σταδιακή εκτόνωση των επιδράσεων από τις τιμές ενέργειας.
Η κατηγορία «τρόφιμα, αλκοόλ και καπνός» παρέμεινε ο βασικός πυρήνας ανόδου, καθώς οι τιμές αυξήθηκαν κατά 3,3 % σε ετήσια βάση, έναντι 3,1 % τον Ιούνιο. Οι υπηρεσίες σημείωσαν 3,1 %, καταγράφοντας μικρή κάμψη από το 3,3 % του προηγούμενου μήνα· στα μη ενεργειακά βιομηχανικά προϊόντα ο ρυθμός ενισχύθηκε στο 0,8 %, δείχνοντας ήπια αλλά σταθερή τάση. Στον κλάδο της ενέργειας, ο πληθωρισμός παρέμεινε αρνητικός στο –2,5 %, ελαφρά υψηλότερος από το –2,6 % του Ιουνίου, βοηθώντας στον περιορισμό του γενικού δείκτη.
Σε όρους μηνιαίας μεταβολής, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή παρέμεινε αμετάβλητος (0,0 %), γεγονός που υποδηλώνει προσωρινή ισορροπία ανάμεσα σε ανοδικές και καθοδικές πιέσεις. Οι τιμές των τροφίμων, αλκοόλ και καπνού ανέβηκαν κατά 0,2 %, ενώ οι υπηρεσίες ενισχύθηκαν κατά 1,0 %. Αντίθετα, τα μη ενεργειακά βιομηχανικά προϊόντα κατέγραψαν πτώση 2,4 %, και ο ενεργειακός δείκτης σημείωσε μηνιαία άνοδο 1,0 %, παρότι παραμένει ετησίως αρνητικός.
Στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα, ο ετήσιος ρυθμός ανήλθε στο 5,4 %, το υψηλότερο μεταξύ όλων των υποδεικτών, γεγονός που διατηρεί αυξημένες τις πιέσεις κυρίως στα χαμηλότερα εισοδήματα. Τα επεξεργασμένα τρόφιμα, αλκοόλ και καπνός κατέγραψαν επιβράδυνση στο 2,7 %, ενώ το συνολικό σύνολο αγαθών εξαιρουμένης της ενέργειας παρέμεινε στο 2,5 %, στοιχείο που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ.
Οι αποκλίσεις ανάμεσα στα κράτη-μέλη καταδεικνύουν τη διαφορετική επίδραση της εγχώριας ζήτησης, των φορολογικών μέτρων και της πορείας των διεθνών τιμών ενέργειας. Οι χώρες της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης εξακολουθούν να καταγράφουν υψηλότερες τιμές, ενώ οι μεγαλύτερες οικονομίες της ζώνης του ευρώ εμφανίζουν πιο συγκρατημένες μεταβολές, ενισχύοντας την άποψη ότι ο πληθωρισμός έχει περάσει σε φάση αποκλιμάκωσης, αλλά δεν έχει επανέλθει σε ομοιόμορφα επίπεδα.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί ιδιαιτέρως τις υπηρεσίες και τα τρόφιμα, που αποτελούν πια τους βασικούς οδηγούς της τάσης, ενώ η διατήρηση των τιμών ενέργειας σε αρνητικό πεδίο λειτουργεί ως αντίβαρο. Ωστόσο, η ανομοιογένεια στους επιμέρους δείκτες δημιουργεί προκλήσεις ως προς τη χάραξη ενιαίας νομισματικής στρατηγικής, ιδίως σε μια περίοδο που η ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη.



