Η νέα Ετήσια Έκθεση της Ένωσης Ελλήνων Εφοπλιστών για το 2024-2025 δείχνει, με αναλυτικά στοιχεία, ότι ο ελληνόκτητος στόλος με 5.691 πλοία κρατά σταθερά το 20% της παγκόσμιας χωρητικότητας και το 61% του στόλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 2015, η χωρητικότητά του έχει αυξηθεί κατά 42% και καλύπτει δρομολόγια σε 176 χώρες, διατηρώντας τον ρόλο του ως βασικό πυλώνα στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές.
Το 2024, σχεδόν το 90% των εμπορευμάτων παγκοσμίως μεταφέρθηκε δια θαλάσσης, με συνολική ποσότητα 12,6 δισ. τόνων. Το 45,5% αυτού του φορτίου ήταν ξηρό, ενώ το 23,9% αφορούσε δεξαμενόπλοια. Ο bulk-tramp τομέας κάλυψε το 85% της συνολικής μεταφοράς. Στην Ευρώπη, το 75% του εξωτερικού εμπορίου, το 89% του πετρελαίου, το 47% του εισαγόμενου LNG και το 93% των στερεών καυσίμων φτάνουν με πλοία, ενώ η εξάρτηση από εισαγωγές είναι πολύ υψηλή: το 95% για πετρέλαιο και το 90% για φυσικό αέριο. Ο ναυτιλιακός τομέας προσθέτει στην ευρωπαϊκή οικονομία πάνω από 127 δισ. ευρώ κάθε χρόνο.
Η περιβαλλοντική απόδοση του παγκόσμιου στόλου βελτιώθηκε σημαντικά, με μείωση 9,7% στην ένταση άνθρακα από το 2019 ως το 2023, παρά την αύξηση κατά 7,4% του όγκου των θαλάσσιων μεταφορών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι εκπομπές CO₂ από τη ναυτιλία μειώθηκαν 22% από το 2008 ως το 2022. Παγκοσμίως, η ναυτιλία ευθύνεται για μόλις το 1,4% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Αυτή η πορεία δείχνει ότι ο κλάδος μπορεί να πετύχει τον στόχο του IMO για μείωση 40% στην ένταση άνθρακα μέχρι το 2030.
Οι Έλληνες πλοιοκτήτες επενδύουν δυναμικά στη νέα εποχή, με 56,2 εκατ. dwt παραγγελίες νέων πλοίων (έναντι 14,4 εκατ. dwt το 2021) και τον μεγαλύτερο αριθμό πλοίων με ειδικό εξοπλισμό που βελτιώνει την ενεργειακή απόδοση και μειώνει τις εκπομπές, όπως scrubbers και τη δυνατότητα χρήσης LNG.
Ο κλάδος της ναυτιλίας παραμένει ο βασικός μοχλός της ελληνικής οικονομίας, συνεισφέροντας 7-8% του ΑΕΠ και πάνω από 150 δισ. ευρώ σε έσοδα την τελευταία δεκαετία. Απασχολεί περίπου 160.000 εργαζόμενους, με αμοιβές που είναι τριπλάσιες από τον μέσο όρο του ιδιωτικού τομέα. Επίσης, κάθε χρόνο επενδύονται σε άλλους τομείς της ελληνικής οικονομίας 1,4-1,5 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 15% των συναλλαγών στην αγορά ακινήτων.
Το κοινωνικό αποτύπωμα της ναυτιλίας αποτυπώνεται σε δωρεές άνω των 400 εκατ. ευρώ ετησίως, σε άμεση ενίσχυση 50 εκατ. ευρώ για τη Θεσσαλία μέσω του προγράμματος «Άγιος Νικόλαος», αλλά και σε 110 υποτροφίες για το 2024-2025, που θα αυξηθούν σε 130 την επόμενη χρονιά, καλύπτοντας 52 επιστημονικά πεδία και 24 χώρες.
Σε ρυθμιστικό επίπεδο, η Ένωση στηρίζει το νέο πλαίσιο του IMO για μηδενικές εκπομπές (Net-Zero Framework), που προβλέπει ότι «ο ρυπαίνων πληρώνει», αλλά επισημαίνει δυσκολίες όπως οι πολύπλοκοι στόχοι μείωσης που ίσως δεν είναι ρεαλιστικοί, η ασάφεια στο σύστημα ανταμοιβών και η άνιση μεταχείριση καυσίμων όπως το LNG, που μπορεί να αποθαρρύνει τις υπάρχουσες επενδύσεις του κλάδου.
Για να πετύχει η παγκόσμια ναυτιλία τους στόχους απανθρακοποίησης θα χρειαστούν 39 δισ. ευρώ ετησίως σε επενδύσεις ως το 2050. Η Ένωση ζητά τα έσοδα από μηχανισμούς όπως το EU ETS να επιστρέφουν στον ίδιο τον κλάδο, για να καλυφθεί το επιπλέον κόστος της πράσινης μετάβασης, δίνοντας προτεραιότητα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που στηρίζονται κυρίως στον τραπεζικό δανεισμό.
Σε θέματα ασφάλειας, η ΕΕΕ καλεί τα Ηνωμένα Έθνη να συντονίσουν διεθνή πολιτική για την προστασία της ναυσιπλοΐας, με αξιοποίηση της τεχνογνωσίας του κλάδου, απέναντι σε απειλές όπως η πειρατεία, οι γεωπολιτικές εντάσεις και οι κυβερνοεπιθέσεις. Παράλληλα, υπογραμμίζει την ανάγκη για ξεκάθαρους κανόνες και αποφυγή χρήσης της ναυτιλίας ως εργαλείου πολιτικής πίεσης.
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα. Επισημαίνει ότι μπορεί να υπάρξει έλλειψη αξιωματικών τα επόμενα χρόνια και τονίζει την ανάγκη να γίνουν πιο ελκυστικές οι ναυτικές σπουδές, να αναβαθμιστούν οι σχολές και να υπάρξει διαρκής εκπαίδευση, ώστε οι επαγγελματίες να μπορούν να ανταποκριθούν στις τεχνολογικές και περιβαλλοντικές προκλήσεις που αλλάζουν το μέλλον της ελληνικής ναυτιλίας. Σχεδόν δύο εκατομμύρια ναυτικοί παγκοσμίως θα χρειαστούν επανεκπαίδευση τα επόμενα χρόνια, για να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα του κλάδου.



