Σημαντική επιβράδυνση καταγράφει η τάση των συχνών εναλλαγών εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, σε μια περίοδο που η συνολική αγορά εργασίας εμφανίζει σημάδια ψύξης και τα οικονομικά κίνητρα για τους εργαζομένους εξασθενούν. Σύμφωνα με ανάλυση της Bank of America, παρότι ο ρυθμός των μετακινήσεων από εργασία σε εργασία (job-to-job, J2J) αυξήθηκε από την αρχή του έτους, τον Ιούλιο ο εκτιμώμενος δείκτης βρέθηκε μόλις 2% πάνω από τον μέσο όρο του 2019. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια δραστική υποχώρηση από την κορύφωση που παρατηρήθηκε το 2022, όταν ο αντίστοιχος ρυθμός είχε ξεπεράσει κατά 26% τα προ πανδημίας επίπεδα. Παράλληλα, οι μισθολογικές αυξήσεις για όσους αποφασίζουν να αλλάξουν εργοδότη έχουν μετριαστεί σημαντικά, φτάνοντας περίπου στο 7% τον Ιούλιο, ποσοστό που είναι πάνω από 3 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο από τον μέσο όρο του 2019.
Η ευρύτερη εικόνα της αμερικανικής αγοράς εργασίας χαρακτηρίζεται από ένα περιβάλλον «λίγων προσλήψεων και λίγων απολύσεων» (“low-fire, low-hire environment”), με τα επίσημα στοιχεία του Bureau of Labor Statistics να επιβεβαιώνουν την επιβράδυνση της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας κατά το δεύτερο τρίμηνο. Αυτή η αβεβαιότητα αντικτοπτρίζεται και στην ψυχολογία των πολιτών, καθώς ο φόβος για την αύξηση της ανεργίας έφτασε τον Μάρτιο στο υψηλότερο σημείο της τελευταίας δεκαετίας και παραμένει έκτοτε σε υψηλά επίπεδα, σύμφωνα με έρευνες του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Στο ίδιο πλαίσιο, το επίσημο ποσοστό ανεργίας σημείωσε οριακή άνοδο τον Ιούλιο, διαμορφούμενο στο 4,2% από 4,1% προηγουμένως.
Ένας από τους κυριότερους παράγοντες που αποθαρρύνουν πλέον τις συχνές αλλαγές εργασίας είναι η συρρίκνωση του οικονομικού οφέλους. Οι μισθολογικές αυξήσεις για όσους αλλάζουν εργοδότη υποχώρησαν στο 7% τον Ιούλιο από ποσοστά άνω του 20% που καταγράφονταν στην κορύφωση της «Μεγάλης Παραίτησης» το 2022. Ιστορικής σημασίας είναι το γεγονός ότι, για πρώτη φορά από το 2010, τα στοιχεία της Atlanta Fed έδειξαν τον Μάιο πως η αύξηση μισθού για όσους άλλαξαν εργοδότη ισοφάρισε την αύξηση για όσους παρέμειναν στην ίδια θέση, μια τάση που διατηρήθηκε και τον Ιούλιο. Αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνει ότι η αγορά δεν είναι πλέον τόσο σφιχτή, με την ισορροπία δυνάμεων να μετατοπίζεται από τον εργαζόμενο πίσω στις επιχειρήσεις.
Η επιβράδυνση δεν είναι ομοιόμορφη σε όλους τους κλάδους της οικονομίας. Τα δεδομένα της Bank of America αποκαλύπτουν μια σαφή απόκλιση με βάση τη συχνότητα πληρωμής. Ο ρυθμός αλλαγής εργασίας μειώθηκε κατά 0,09% για τους εργαζομένους που αμείβονται σε μηνιαία βάση, οι οποίοι απασχολούνται κυρίως σε κλάδους όπως τα χρηματοοικονομικά, οι επαγγελματικές & επιχειρηματικές υπηρεσίες και η πληροφορική. Αντίθετα, στους εργαζομένους που πληρώνονται εβδομαδιαίως, όπως συμβαίνει στις κατασκευές και τη μεταποίηση, ο ρυθμός ενισχύθηκε κατά 0,13%. Ταυτόχρονα, το χάσμα στην αύξηση των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων με υψηλά και χαμηλά εισοδήματα έχει διευρυνθεί στο υψηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2021. Μια άλλη ένδειξη αστάθειας είναι η αύξηση του «ποσοστού διακοπής μισθοδοσίας» (PDR) κατά 4,7% σε ετήσια βάση τον Ιούλιο.
Ιδιαίτερα δυσοίωνες παραμένουν οι προοπτικές για τους νέους εργαζομένους, οι οποίοι φαίνεται να πλήττονται περισσότερο από τις τρέχουσες συνθήκες. Οι παγκόσμιες εμπορικές εντάσεις εντείνουν την οικονομική αβεβαιότητα, ενώ η ταχεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης σε κλάδους όπως η μεταποίηση και οι επαγγελματικές & επιχειρηματικές υπηρεσίες απειλεί να περιορίσει τις διαθέσιμες θέσεις εισαγωγικού επιπέδου. Το ποσοστό ανεργίας για τους νέους ηλικίας 22 έως 27 ετών χωρίς πτυχίο ανήλθε στο 7,4% τον Ιούνιο, ακολουθώντας ανοδική πορεία. Επιπλέον, πάνω από το 13% του συνόλου των ανέργων τον Ιούλιο ήταν νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας χωρίς προηγούμενη εμπειρία, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 1988.
Σε μια αξιοσημείωτη αντιστροφή της προ-πανδημικής πραγματικότητας, το ποσοστό ανεργίας των πρόσφατων αποφοίτων κολεγίου (ηλικίας 22-27 ετών με πτυχίο) έχει πλέον ξεπεράσει το συνολικό ποσοστό ανεργίας του πληθυσμού. Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις ΗΠΑ, καθώς, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας, περίπου 289 εκατομμύρια νέοι παγκοσμίως βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (NEET), περιορίζοντας τις οικονομικές τους προοπτικές. Οι συνθήκες αυτές διαμορφώνουν ένα δύσκολο περιβάλλον για τη νέα γενιά που προσπαθεί να ενταχθεί και να σταδιοδρομήσει στον επαγγελματικό στίβο.



