Σύμφωνα με ανάλυση του Ινστιτούτου της Εμπορικής Συνομοσπονδίας Επιχειρηματικότητας Ελλάδος (ΕΣΕΕ), η οποία βασίστηκε σε δεδομένα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για το πρώτο εξάμηνο του 2025, η εικόνα του λιανικού εμπορίου παρουσιάζει μια ανησυχητική πραγματικότητα. Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, επισήμανε ότι η μελέτη αποτυπώνει την πραγματική διάσταση του κλάδου, υπογραμμίζοντας πως η οριακή αύξηση του συνολικού κύκλου εργασιών όχι μόνο εξανεμίζεται από τον πληθωρισμό, αλλά συνιστά και τη χαμηλότερη επίδοση της τελευταίας πενταετίας σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.
Το πλέον ανησυχητικό εύρημα, όπως τονίστηκε, είναι ότι λιγότερες από 50 πολύ μεγάλες επιχειρήσεις παρουσιάζουν αξιοσημείωτη άνοδο, την ίδια στιγμή που χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μικρές επιχειρήσεις πλήττονται περισσότερο σε σχέση με τις πολύ μικρές, στοιχείο που υποδεικνύει ότι το μέγεθος δεν αποτελεί πάντα τον καθοριστικό παράγοντα ανταγωνιστικότητας. Η γενική διαπίστωση είναι ότι η ανάπτυξη της οικονομίας δεν έχει ουσιαστικό αντίκτυπο σε μεγάλο τμήμα της αγοράς, καθιστώντας αναγκαία τη λήψη στοχευμένων μέτρων.
Σε επίπεδο αριθμών, για το λιανικό εμπόριο εκτός τροφίμων, οχημάτων και καυσίμων, ο ρυθμός ενίσχυσης των πωλήσεων (+1,4%) υπολείπεται του πληθωρισμού (+2,5%), γεγονός που οδηγεί σε πραγματική πτώση του κύκλου εργασιών κατά 0,3% σε σταθερές τιμές. Η ψαλίδα των επιδόσεων είναι τεράστια, με τις μεγάλες επιχειρήσεις να καταγράφουν πραγματική αύξηση ύψους 7,3%, ενώ ο κύκλος εργασιών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων υποχώρησε συνολικά κατά 1,0%. Αναλυτικότερα, οι μεσαίες επιχειρήσεις παρέμειναν στάσιμες (+0,3%), οι μικρές εμφάνισαν ισχυρή υποχώρηση (-5,6%) και οι πολύ μικρές κατέγραψαν πτώση (-2,3%), δείχνοντας ωστόσο μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από τις μικρές.
Σε όρους απόλυτων μεγεθών, η αύξηση του τζίρου ανήλθε σε μόλις 171,1 εκατομμύρια ευρώ, με τον συνολικό κύκλο εργασιών να διαμορφώνεται το πρώτο εξάμηνο σε 12,46 δισ. ευρώ, από 12,29 δισ. το ίδιο διάστημα πέρυσι. Η εικόνα καθίσταται πιο δυσχερής αν ληφθεί υπόψη ότι ακόμη και η ισχυρή άνοδος των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 11,0% δεν κατόρθωσε να αντισταθμίσει τις πιέσεις στην αγορά εξαιτίας της χαμηλότερης εγχώριας ζήτησης. Ενδεικτικό της στενότητας είναι το αυξανόμενο ενδιαφέρον των καταναλωτών για προϊόντα από υπαίθριους πάγκους και αγορές, καθώς και για μεταχειρισμένα είδη.
Στις επιμέρους κατηγορίες, ξεχώρισαν με θετικές μεταβολές οι πωλήσεις φαρμακευτικών ειδών (+91,4 εκ. ευρώ ή +3,8%), καλλυντικών και ειδών καλλωπισμού (+46,3 εκ. ευρώ ή +7,9%), παιχνιδιών κάθε είδους (+45,5 εκ. ευρώ ή +8,9%), ηλεκτρονικών υπολογιστών και λογισμικού (+42,8 εκ. ευρώ ή +8,2%) και επίπλων και φωτιστικών (+41,4 εκ. ευρώ ή +8,1%). Αξίζει να σημειωθεί η πολύ ισχυρή, σε όρους ποσοστιαίων μεταβολών, αύξηση στην εμπορία μεταχειρισμένων ειδών, η οποία ανήλθε σε +33,8%.
Στον αντίποδα, σημαντική πτώση του τζίρου κατέγραψαν, μεταξύ άλλων, οι επιχειρήσεις εμπορίας τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού (-28,3 εκ. ευρώ ή -14,0%), υποδημάτων και δερμάτινων ειδών (-18,4 εκ. ευρώ ή -6,5%) και χαλιών (-1,8 εκ. ευρώ ή -8,2%). Η λεπτομερής αυτή καταγραφή αναδεικνύει τις διαφορετικές ταχύτητες και πιέσεις που δέχονται συγκεκριμένοι υποκλάδοι του λιανικού εμπορίου.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, οι περιφέρειες Ιονίων Νήσων (+3,5% ή +7,6 εκ. ευρώ), Κρήτης (+2,9% ή +19,2 εκ. ευρώ) και Αττικής (+2,7% ή +187,7 εκ. ευρώ) κατέγραψαν τις καλύτερες επιδόσεις. Αντίθετα, οι περιφέρειες Νοτίου Αιγαίου (-3,5% ή -14,2 εκ. ευρώ) και Θεσσαλίας (-3,4% ή -16,2 εκ. ευρώ) παρουσίασαν τις ισχυρότερες πτώσεις κατά το εξεταζόμενο εξάμηνο.
Τέλος, η σύγκριση του πρώτου εξαμήνου του 2025 με το δεύτερο εξάμηνο του 2024 αποκαλύπτει μια σημαντική υποχώρηση του κύκλου εργασιών κατά 14,0% ή 2,0 δισ. ευρώ. Η αρνητική αυτή εξέλιξη, σύμφωνα με την ανάλυση, αποδίδεται τόσο στην επίδραση της έντονης εποχικότητας όσο και στο μη ευνοϊκό διεθνές οικονομικό και επιχειρηματικό περιβάλλον, το οποίο περιλαμβάνει την ανησυχία για τη δασμολογική πολιτική των ΗΠΑ, τη διεθνή ανασφάλεια και αβεβαιότητα των αγορών, τον περιορισμό της καταναλωτικής δαπάνης και την αύξηση του κόστους προμήθειας προϊόντων και πρώτων υλών.



