Ένα οικονομικό σχέδιο με δύο κεντρικούς άξονες, το οποίο συνδυάζει άμεσες φορολογικές ελαφρύνσεις για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος με διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα, παρουσίασε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου στην 89η Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, μια ημέρα μετά την ομιλία του. Ο Πρωθυπουργός απέδωσε τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, ύψους περίπου 1,7 δισεκατομμυρίων ευρώ για το 2026, σε μια «συγκροτημένη οικονομική πολιτική», διευκρινίζοντας ότι αυτός προέκυψε επειδή η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και χάρη στις δραστικές αποφάσεις για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Τόνισε δε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε αντίθετη θέση από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες που αναγκάζονται να επιβάλλουν μέτρα λιτότητας, δεσμευόμενος για την απαρέγκλιτη τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων, τους οποίους χαρακτήρισε θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής.
Στον πυρήνα των ανακοινώσεων βρίσκεται μια, όπως τη χαρακτήρισε, «γενναία φορολογική μεταρρύθμιση» που ωφελεί πάνω από 4 εκατομμύρια πολίτες και αποτελεί τη βασική απάντηση στο πρόβλημα της ακρίβειας. Η μεταρρύθμιση περιλαμβάνει για πρώτη φορά μια κλιμακωτή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, ενώ εισάγει μέτρα για τους νέους, όπως μηδενικό φόρο εισοδήματος για εργαζόμενους έως 22 ετών με ετήσιο εισόδημα έως το όριο των 20.000 ευρώ. Σημαντικές θα είναι οι μειώσεις και για τις ηλικίες 25 έως 30, με τον Πρωθυπουργό να δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα παιδιά που ακολουθούν την τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, καθώς, όπως είπε, εισέρχονται νωρίτερα στην αγορά εργασίας και θα δουν μεγάλο οικονομικό όφελος. Οι ελαφρύνσεις αυτές, όπως αποσαφηνίστηκε, θα είναι ορατές στους μισθωτούς από την πρώτη μισθοδοσία του επόμενου έτους.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αγορά εργασίας, όπου ο Πρωθυπουργός επισήμανε ότι η πτώση της ανεργίας κάτω από το 8% έχει αυξήσει σημαντικά τη διαπραγματευτική δύναμη του εργαζόμενου, καθώς οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό. Επιβεβαίωσε τον στόχο για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 950 ευρώ στο τέλος της τετραετίας και περιέγραψε την ψηφιακή κάρτα εργασίας ως την «μεγαλύτερη διασφάλιση ότι ο εργαζόμενος τελικά πληρώνεται για τον πραγματικό του χρόνο». Σχετικά με τη ρύθμιση που επιτρέπει έως και 13 ώρες απασχόλησης, διευκρίνισε ότι αφορά τη δυνατότητα ενός εργαζόμενου, εφόσον το επιλέγει, να απασχολείται υπερωριακά στον ίδιο εργοδότη αντί να αναζητά δεύτερη δουλειά, για περιορισμένο διάστημα έως 37 ημέρες ετησίως και με πλήρη κατοχύρωση της αμοιβής του.
Παράλληλα, προανήγγειλε την κατάθεση νομοσχεδίου για την οργανωμένη νόμιμη μετανάστευση εντός των επόμενων δύο μηνών, με στόχο την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών της οικονομίας. Όπως ανέφερε, η χώρα χρειάζεται, μεταξύ άλλων, ειδικές «βίζες τεχνολογίας» και αντίστοιχες «για τον αγροτικό τομέα», καθώς και ταχύτερες διαδικασίες για φοιτητικές βίζες. Σε ό,τι αφορά το επιχειρηματικό περιβάλλον, απέρριψε εκ νέου το ενδεχόμενο οριζόντιας μείωσης του ΦΠΑ, υποστηρίζοντας ότι θα κατέληγε σε «έμμεση επιδότηση μεσαζόντων και επιχειρήσεων» χωρίς όφελος για τον καταναλωτή. Αντ’ αυτού, η στρατηγική εστιάζει στην αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος και στον αυστηρό έλεγχο της αγοράς μέσω της δημιουργίας μιας νέας, ανεξάρτητης αρχής καταναλωτή για την καταπολέμηση της κερδοσκοπίας.
Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο Πρωθυπουργός τόνισε την ανάγκη το τραπεζικό σύστημα να αυξήσει τις χορηγήσεις προς την πραγματική οικονομία, ειδικά προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αναφέροντας τον ρόλο της Αναπτυξιακής Τράπεζας και των εγγυοδοτικών της εργαλείων. Με αφορμή δημοσιεύματα για την πιθανή εξαγορά της HSBC Μάλτας από την CrediaBank, σχολίασε θετικά τη δυνατότητα επέκτασης των ελληνικών τραπεζών στο εξωτερικό, όπως και την επένδυση της UniCredit στην Alpha Bank, κινήσεις που, κατά τον ίδιο, σηματοδοτούν την υγεία και τη δυναμική του συστήματος. Απαντώντας σε ερώτηση για προβλήματα όπως ο «λευκός Τειρεσίας», δήλωσε ότι η κυβέρνηση αναζητά μονίμως τρόπους βελτίωσης των ρυθμίσεων που αφορούν τον εξωδικαστικό συμβιβασμό για εκκρεμότητες του παρελθόντος.
Για τον πρωτογενή τομέα, παραδέχθηκε ότι οι προσπάθειες εξυγίανσης του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν απέδωσαν και εξήγγειλε την ουσιαστική κατάργηση του Οργανισμού και την πλήρη ενσωμάτωσή του στην ΑΑΔΕ, ώστε οι πληρωμές των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων να γίνονται με διαφάνεια και ασφάλεια. Επισήμανε ότι η Ελλάδα είναι πλέον πλεονασματική στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων και έθεσε ως μελλοντικές προκλήσεις την αποτελεσματικότερη διαχείριση των υδάτινων πόρων, καθώς το 85% του νερού κατευθύνεται στην άρδευση, και την ενίσχυση των τομέων όπου η χώρα διαθέτει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Στον τομέα των ακινήτων, επιβεβαίωσε την πρόθεση για επέκταση των περιορισμών στις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε περιοχές με έντονη στεγαστική πίεση, ενώ ανακοίνωσε τη σταδιακή κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για την πρώτη κατοικία σε χωριά και κωμοπόλεις κάτω των 1.500 κατοίκων.
Στρατηγική προτεραιότητα αποτελεί ο τομέας της ενέργειας, με τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις της Κρήτης, των νησιών του Αιγαίου και της Αιγύπτου να χαρακτηρίζονται ως «απολύτως κρίσιμα» έργα που θα οδηγήσουν σε μείωση του ενεργειακού κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τέλος, ο Πρωθυπουργός έδωσε έμφαση στη σύνδεση της παιδείας με την ανάπτυξη, χαρακτηρίζοντας την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων ως μεταρρύθμιση με «πολύ σημαντικό αναπτυξιακό πρόσημο», ικανή να μετατρέψει την Ελλάδα σε «περιφερειακό εκπαιδευτικό ηγεμόνα». Υπογράμμισε τη σημασία της εξωστρέφειας των δημοσίων πανεπιστημίων, τη σύνδεσή τους με την αγορά εργασίας μέσω spin-offs, και τη στρατηγική επένδυση στην τεχνητή νοημοσύνη, μέσω της συμφωνίας με την OpenAI και της δημιουργίας νέων υποδομών όπως ο δεύτερος υπερυπολογιστής της χώρας.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Πρωθυπουργός τοποθετήθηκε και σε μια σειρά από ζητήματα εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής. Στα ελληνοτουρκικά, επανέλαβε τη θέση για επιδίωξη «ήρεμων νερών» από θέση ισχύος, θέτοντας ως προϋπόθεση για την ουσιαστική εξομάλυνση την άρση του casus belli από την Τουρκία. Για την Ουκρανία, υπερασπίστηκε τη στάση της Ελλάδας λέγοντας πως βρίσκεται στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, ενώ για τη Μέση Ανατολή, δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα αναγνωρίσει Παλαιστινιακό κράτος όταν η χρονική συγκυρία κριθεί κατάλληλη. Απέρριψε κατηγορηματικά κάθε σενάριο πρόωρων εκλογών, δεσμευόμενος για εξάντληση της τετραετίας, και χαρακτήρισε αβάσιμα τα σενάρια περί διαδοχής του στην ηγεσία του κόμματος.
Επιπλέον, αναφέρθηκε στην ατζέντα «νομιμότητα παντού», παρουσιάζοντας τις επιτυχίες στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της διαφθοράς, ενώ για την τραγωδία των Τεμπών παρέπεμψε στη Δικαιοσύνη για την πλήρη διαλεύκανση. Για το μεταναστευτικό, περιέγραψε την πολιτική ως «αυστηρή αλλά δίκαιη», με έμφαση στη φύλαξη των συνόρων. Τέλος, μίλησε για τις μεταρρυθμίσεις στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, το οποίο βρίσκεται, όπως είπε, μπροστά στο μεγαλύτερο πρόγραμμα ανακαίνισης υποδομών από συστάσεώς του, και υπερασπίστηκε την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, κάνοντας έκκληση για ευρύτερες πολιτικές συναινέσεις σε μείζονα εθνικά ζητήματα.



