Η εκπαίδευση στην Ελλάδα παρουσιάζει μια σύνθετη εικόνα, καθώς το ποσοστό των νέων ηλικίας 25-34 ετών χωρίς τίτλο ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μειώθηκε από 13% το 2019 σε 7% το 2024, αλλά οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στον ανεπτυγμένο κόσμο. Σύμφωνα με τη νέα παγκόσμια έκθεση του ΟΟΣΑ «Education at a Glance 2025», η χώρα μας, αν και ακολουθεί τη διεθνή τάση για αύξηση των πτυχιούχων, υστερεί σημαντικά σε χρηματοδότηση, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα καλείται να διαχειριστεί έντονες δημογραφικές πιέσεις και προκλήσεις της αγοράς εργασίας.
Η έκθεση αναφέρεται στην πραγματικότητα που βιώνουν οι νέοι στην Ελλάδα, όπου το πτυχίο, αν και βελτιώνει τις προοπτικές, δεν αποτελεί εγγύηση για την επαγγελματική αποκατάσταση. Ενδεικτικά, το ποσοστό ανεργίας για όσους δεν έχουν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φτάνει στο 24,2%, μειώνεται στο 16,2% για τους αποφοίτους της ανώτερης δευτεροβάθμιας και μεταδευτεροβάθμιας μη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και διαμορφώνεται στο 12,3% για τους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ποσοστό υπερδιπλάσιο του μέσου όρου του ΟΟΣΑ (4.9%).
Ένας από τους κρισιμότερους παράγοντες που αναδεικνύει η έρευνα είναι η σημαντική υστέρηση των επενδύσεων στην παιδεία. Η Ελλάδα δαπανά 6.420 δολάρια ανά σπουδαστή από την πρωτοβάθμια έως τη μεταδευτεροβάθμια μη τριτοβάθμια εκπαίδευση, ποσό που την κατατάσσει στις τελευταίες θέσεις του ΟΟΣΑ. Η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, όπου η ετήσια δαπάνη ανά φοιτητή είναι μόλις 4.497 δολάρια, όταν ο μέσος όρος του Οργανισμού αγγίζει τα 15.102 δολάρια. Αυτή η υποχρηματοδότηση, που αντιστοιχεί στο 3.9% του ΑΕΠ, περιορίζει, όπως αναφέρεται, τις δυνατότητες των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.
Την ίδια στιγμή, το εκπαιδευτικό σύστημα καλείται να σχεδιάσει το μέλλον του υπό τη σκιά μιας ραγδαίας δημογραφικής συρρίκνωσης. Ο αριθμός των παιδιών ηλικίας 0-4 ετών μειώθηκε κατά 25% μεταξύ 2013 και 2023, με πρόβλεψη για επιπλέον μείωση 11% έως το 2033. Παράλληλα, το ελληνικό πανεπιστήμιο παραμένει εσωστρεφές, με το ποσοστό των διεθνών φοιτητών να έχει μειωθεί από 3,4% σε 3% μεταξύ 2018 και 2023, την ώρα που ο διεθνής μέσος όρος αυξάνεται. Στα θετικά καταγράφεται η ισχυρή παρουσία των γυναικών, οι οποίες αποτελούν το 55% των νεοεισερχόμενων φοιτητών στα πανεπιστήμια.
Στο επίκεντρο της έκθεσης βρίσκεται και το διδακτικό προσωπικό, το οποίο στην Ελλάδα παρουσιάζει μια εικόνα σταθερότητας με εξαιρετικά χαμηλή κινητικότητα, καθώς το 2,6% των εκπαιδευτικών συνταξιοδοτείται ετησίως και μόλις το 0,1% παραιτείται. Αυτή η σταθερότητα, ωστόσο, συνυπάρχει με αποδοχές που είναι κατά 31% χαμηλότερες σε σχέση με άλλους εργαζόμενους αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου, μια από τις μεγαλύτερες μισθολογικές ψαλίδες στον ΟΟΣΑ, γεγονός που ενδέχεται να περιορίζει την ελκυστικότητα του επαγγέλματος.
Συνολικά, η έκθεση του ΟΟΣΑ για το 2025 σκιαγραφεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα που, ενώ έχει επιτύχει στη μείωση της πρόωρης εγκατάλειψης και διατηρεί μικρές τάξεις με 16,9 μαθητές κατά μέσο όρο, λειτουργεί σε καθεστώς περιορισμένων πόρων. Η χαμηλή χρηματοδότηση, σε συνδυασμό με την αδύναμη σύνδεση της εκπαίδευσης με μια αγορά εργασίας που μαστίζεται από την ανεργία, αποτελούν τις μεγαλύτερες προκλήσεις που η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει.
Σε διεθνές επίπεδο, το ποσοστό των νέων ενηλίκων που ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας σχεδόν τους μισούς (48%) στις χώρες του ΟΟΣΑ, από μόλις 27% το 2000. Ωστόσο, η θετική αυτή εικόνα σκιάζεται από σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση, χαμηλά ποσοστά έγκαιρης αποφοίτησης και έντονες κοινωνικές ανισότητες, υπονομεύοντας την απόδοση των δημοσίων επενδύσεων και επιτείνοντας τις ελλείψεις δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.
Η έρευνα αναδεικνύει το οικογενειακό υπόβαθρο ως τον ισχυρότερο παράγοντα που καθορίζει την ακαδημαϊκή πορεία. Το 2023, μόλις το 26% των νέων από οικογένειες με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο κατάφερε να αποκτήσει τίτλο σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, την ώρα που το αντίστοιχο ποσοστό για τους νέους από νοικοκυριά υψηλού μορφωτικού επιπέδου εκτοξεύτηκε στο 70%. Τα οικονομικά εμπόδια και η περιορισμένη υποστήριξη συνεχίζουν να αποτελούν τροχοπέδη για τους σπουδαστές που προέρχονται από λιγότερο προνομιούχα περιβάλλοντα.
Ένα εξίσου κρίσιμο πρόβλημα που καταγράφεται είναι τα χαμηλά ποσοστά ολοκλήρωσης των σπουδών στον προβλεπόμενο χρόνο. Σε 32 χώρες του ΟΟΣΑ και χώρες-εταίρους, μόνο το 43% των προπτυχιακών φοιτητών αποφοιτά στην ώρα του, ποσοστό που ανεβαίνει στο 70% μετά την παρέλευση τριών επιπλέον ετών. Η καθυστέρηση αυτή είναι πιο έντονη στους άνδρες (63%), έναντι των γυναικών (75%), και συχνά οφείλεται στην αναντιστοιχία προσδοκιών και περιεχομένου σπουδών.
Σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann, «η ευθυγράμμιση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας είναι καθοριστικής σημασίας, καθώς οι επίμονες αναντιστοιχίες δεξιοτήτων επιβάλλουν πραγματικό κόστος στους μισθούς και την παραγωγικότητα». Ο ίδιος τόνισε ότι «η υψηλής ποιότητας τριτοβάθμια εκπαίδευση εφοδιάζει τους νέους με δεξιότητες για να αντιμετωπίσουν τις διαρθρωτικές αλλαγές που επιφέρουν η γήρανση του πληθυσμού, η τεχνητή νοημοσύνη, η ψηφιοποίηση και η πράσινη μετάβαση».
Η έκθεση στρέφει την προσοχή και στον κρίσιμο ρόλο των εκπαιδευτικών, επισημαίνοντας ότι οι ελλείψεις προσωπικού δυσχεραίνουν την προσέλκυση και διατήρηση καταρτισμένων επαγγελματιών. Ο ρυθμός εναλλαγής του διδακτικού προσωπικού ποικίλλει, με χώρες όπως η Δανία, η Εσθονία και η Αγγλία να καταγράφουν ετήσιες παραιτήσεις της τάξης του 10%. Αντιθέτως, σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιρλανδία και η Ελλάδα, το ποσοστό αυτό είναι κάτω του 1%, γεγονός που εξασφαλίζει σταθερότητα αλλά περιορίζει την ανανέωση του διδακτικού δυναμικού.
Για την αντιμετώπιση των προκλήσεων, ο ΟΟΣΑ προτείνει την ενίσχυση του επαγγελματικού προσανατολισμού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και τον σχεδιασμό προγραμμάτων σπουδών με σαφή δομή και μέτρα υποστήριξης. Παράλληλα, προκρίνει την προσέλκυση εκπαιδευτικών που προέρχονται από άλλους επαγγελματικούς κλάδους, καθώς και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας, ως κλειδιά για την ενίσχυση του εκπαιδευτικού επαγγέλματος. Η ανάλυση καλύπτει τις 38 χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ και 11 επιπλέον χώρες.



