Σε επιβράδυνση οδεύει η παγκόσμια οικονομία κατά την προσεχή διετία, παρά την ανθεκτικότητα που επέδειξε κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, σύμφωνα με τη νεότερη Ενδιάμεση Οικονομική Έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι ο παγκόσμιος ρυθμός ανάπτυξης θα υποχωρήσει από 3,3% το 2024 σε 3,2% το 2025 και περαιτέρω σε 2,9% το 2026, καθώς οι υψηλότεροι εμπορικοί φραγμοί, η γεωπολιτική αστάθεια και η πολιτική αβεβαιότητα εξακολουθούν να επιβαρύνουν την οικονομική δραστηριότητα σε πολλές χώρες.
Η αρχική ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες και σε πολλές αναδυόμενες αγορές, αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην προληπτική συσσώρευση αποθεμάτων αγαθών από τις επιχειρήσεις, εν αναμονή της εφαρμογής υψηλότερων δασμών. Ωστόσο, καθώς τα αποθέματα αυτά αρχίζουν να εξαντλούνται και η πλήρης επίδραση των δασμολογικών αυξήσεων δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στην οικονομία, οι προοπτικές καθίστανται πιο απαισιόδοξες. Οι επιπτώσεις των δασμών γίνονται σταδιακά ορατές στη συμπεριφορά των καταναλωτών, στις αγορές εργασίας και στις τιμές.
Οι προβλέψεις για τις μεγάλες οικονομίες του πλανήτη είναι ενδεικτικές της καθοδικής πορείας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ανάπτυξη αναμένεται να υποχωρήσει απότομα από 2,8% το 2024 σε 1,8% το 2025 και 1,5% το 2026, λόγω των αυξημένων δασμών, της επιβράδυνσης της καθαρής μετανάστευσης και των περικοπών στο εργατικό δυναμικό της ομοσπονδίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πραγματικό ποσοστό των αμερικανικών δασμών στις εισαγωγές εκτιμάται ότι έφτασε στο 19,5% στα τέλη Αυγούστου, το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Στην Ευρωζώνη, η ανάπτυξη προβλέπεται στο 1,2% το 2025 και στο 1,0% το 2026, με τις αυξημένες εμπορικές τριβές και τη γεωπολιτική αβεβαιότητα να αντισταθμίζονται εν μέρει από ισχυρότερες δημόσιες επενδύσεις και ευκολότερες πιστωτικές συνθήκες. Στην Κίνα, αναμένεται επιβράδυνση από 4,9% το 2025 σε 4,4% το 2026, καθώς εκτονώνεται το φαινόμενο της προληπτικής συσσώρευσης αποθεμάτων, αρχίζει να γίνεται αισθητή η επίδραση των υψηλότερων δασμών και εξασθενεί η δημοσιονομική στήριξη.
Οι καθοδικοί κίνδυνοι για τις προοπτικές παραμένουν μεγάλοι και περιλαμβάνουν το ενδεχόμενο περαιτέρω αυξήσεων των δασμών, τις αυξημένες ανησυχίες για τους δημοσιονομικούς κινδύνους και την πιθανότητα αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων. Επιπρόσθετες ανησυχίες για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα θα μπορούσαν να προκύψουν από μια ενδεχόμενη ανατιμολόγηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, συμπεριλαμβανομένων των ευμετάβλητων κρυπτονομισμάτων. Στον αντίποδα, θετικότερες εξελίξεις θα μπορούσαν να προέλθουν από μια πιθανή χαλάρωση των εμπορικών περιορισμών ή από την ταχύτερη πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη, παράγοντες που θα μπορούσαν να στηρίξουν ισχυρότερα οικονομικά αποτελέσματα.
Στο πεδίο του πληθωρισμού, η έκθεση προβλέπει αποκλιμάκωση στις περισσότερες οικονομίες της G20, καθώς η οικονομική ανάπτυξη μετριάζεται και οι πιέσεις στην αγορά εργασίας αμβλύνονται. Ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή εκτιμάται ότι θα μειωθεί από 3,4% το 2025 σε 2,9% το 2026. Παρ’ όλα αυτά, ο δομικός πληθωρισμός στις προηγμένες οικονομίες της G20 παραμένει σχεδόν σταθερός, υποχωρώντας οριακά από 2,6% σε 2,5% την ίδια περίοδο, με τον πληθωρισμό στις υπηρεσίες να αποδεικνύεται επίμονος.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann, δήλωσε ότι παρότι η παγκόσμια οικονομία παρέμεινε ανθεκτική, οι πλήρεις συνέπειες των δασμών και της αβεβαιότητας δεν έχουν γίνει ακόμη αισθητές. Τόνισε πως βασική προτεραιότητα για την ενίσχυση των προοπτικών είναι η εξεύρεση μιας διαρκούς λύσης στις εμπορικές εντάσεις, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα οικονομικά οφέλη των ανοικτών αγορών και του παγκόσμιου εμπορίου που βασίζεται σε κανόνες. Από την πλευρά του, ο Επικεφαλής Οικονομολόγος του Οργανισμού, Álvaro Santos Pereira, επισήμανε ότι οι ενισχυμένες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι καθοριστικής σημασίας για τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και την αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρουν νέες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη.
Η έκθεση ολοκληρώνεται με σαφείς συστάσεις πολιτικής. Οι κεντρικές τράπεζες καλούνται να παραμείνουν σε εγρήγορση και να αντιδρούν άμεσα στους μεταβαλλόμενους κινδύνους για τη σταθερότητα των τιμών, συνεχίζοντας τις σταδιακές μειώσεις επιτοκίων όπου οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό είναι εδραιωμένες. Η διατήρηση της ανεξαρτησίας των κεντρικών τραπεζών, προστίθεται, θα διαφυλάξει την αξιοπιστία της πολιτικής και θα περιορίσει την αστάθεια του πληθωρισμού. Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη για δημοσιονομική πειθαρχία από τις κυβερνήσεις, ώστε να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και να διατηρηθεί η ικανότητα αντίδρασης σε μελλοντικές κρίσεις, μέσω αξιόπιστων μεσοπρόθεσμων σχεδίων προσαρμογής.



