Βελτιώνοντας το πλασάρισμα της κατά τρεις θέσεις, η Ελλάδα κατατάσσεται 42η μεταξύ 139 οικονομιών στον Παγκόσμιο Δείκτη Καινοτομίας για το 2025, με την έκθεση να υπογραμμίζει τη μεγάλη ευκαιρία που έχει πλέον η χώρα να αξιοποιήσει τον πλούσιο ακαδημαϊκό της πλούτο. Η ανάλυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας αναδεικνύει την Ελλάδα ως μια χώρα με εξαιρετικές επιδόσεις στην παραγωγή γνώσης, θέτοντας ως κεντρική πρόκληση τη μετατροπή αυτού του ισχυρού κεφαλαίου σε εμπορική και οικονομική αξία. Η εξέλιξη αυτή καταγράφεται σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η Ελβετία ηγείται για 15η συνεχή χρονιά και η Κίνα εισέρχεται ιστορικά στην πρώτη δεκάδα, αλλά και όπου η επιβράδυνση των παγκόσμιων επενδύσεων στην καινοτομία δημιουργεί νέες συνθήκες.
Η παγκόσμια κατάταξη επιβεβαιώνει την κυριαρχία των παραδοσιακών δυνάμεων της καινοτομίας. Την Ελβετία ακολουθούν στη δεύτερη θέση η Σουηδία και στην τρίτη οι Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ την κορυφαία πεντάδα συμπληρώνουν η Δημοκρατία της Κορέας στην τέταρτη θέση και η Σιγκαπούρη στην πέμπτη. Το Ηνωμένο Βασίλειο, η Φινλανδία, η Ολλανδία και η Δανία καταλαμβάνουν τις θέσεις έξι έως εννέα, με την Κίνα να εξασφαλίζει τη δέκατη θέση, όντας η μόνη οικονομία μεσαίου εισοδήματος που περιλαμβάνεται στην πρώτη τριαντάδα. Η άνοδος αυτή αντανακλά τη συστηματική επένδυση της χώρας στην έρευνα και την ανάπτυξη ισχυρών τοπικών οικοσυστημάτων καινοτομίας.
Σε επίπεδο ευρύτερης ανάλυσης, η έκθεση υπογραμμίζει την επιβράδυνση της αύξησης των επενδύσεων σε παγκόσμιο επίπεδο ως τη σημαντικότερη πρόκληση. Η αύξηση των δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο από την οικονομική κρίση του 2010, ενώ ο τομέας των επενδύσεων επιχειρηματικού κεφαλαίου, γνωστών ως Venture Capital, παρουσίασε μεικτή εικόνα. Παρά την αύξηση της συνολικής αξίας των συμφωνιών, κυρίως λόγω μεγάλων επενδύσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες και την τεχνητή νοημοσύνη, ο αριθμός τους μειώθηκε για τρίτη διαδοχική χρονιά, σηματοδοτώντας μια πιο επιφυλακτική στάση από την πλευρά των επενδυτών.
Για την Ελλάδα, η 42η θέση συνοδεύεται από την 28η θέση μεταξύ των 39 ευρωπαϊκών οικονομιών και την 39η θέση στην ομάδα των 54 χωρών υψηλού εισοδήματος. Η στατιστική ανάλυση της έκθεσης τοποθετεί την κατάταξη της χώρας εντός ενός διαστήματος εμπιστοσύνης μεταξύ της 40ης και της 46ης θέσης. Σύμφωνα με τη σχέση μεταξύ του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και της καινοτομικής επίδοσης, η Ελλάδα αποδίδει εντός των αναμενομένων για το επίπεδο της οικονομικής της ανάπτυξης. Επιπλέον, η χώρα παράγει περισσότερες εκροές καινοτομίας σε σχέση με το επίπεδο των επενδύσεών της, γεγονός που υποδεικνύει αποτελεσματικότητα στη χρήση των διαθέσιμων πόρων.
Η ανάλυση των επιμέρους πυλώνων του δείκτη αποκαλύπτει το κεντρικό παράδοξο της ελληνικής περίπτωσης. Η χώρα καταγράφει την ισχυρότερη επίδοσή της στον πυλώνα «Ανθρώπινο κεφάλαιο και έρευνα», όπου κατατάσσεται 29η παγκοσμίως. Αυτή η διάκριση βασίζεται σε κορυφαίες παγκόσμιες επιδόσεις, όπως η 1η θέση στη σχολική προσδοκώμενη διάρκεια φοίτησης και η 1η θέση στο ποσοστό εγγραφών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Εξίσου υψηλές είναι οι κατατάξεις στον αριθμό των ερευνητών, όπου η Ελλάδα βρίσκεται στη 19η θέση, και στις επιστημονικές και τεχνικές δημοσιεύσεις, με την 18η θέση παγκοσμίως. Τις υψηλές επιδόσεις συμπληρώνουν η 14η θέση στην πιστοποίηση ποιότητας ISO 9001 και η 15η θέση στις δαπάνες για λογισμικό.
Ωστόσο, αυτή η ισχυρή βάση γνώσης δεν μεταφράζεται αποτελεσματικά σε καινοτόμα επιχειρηματικότητα και ανταγωνιστικότητα. Οι τρεις πυλώνες με τη χαμηλότερη κατάταξη είναι η «Εξειδίκευση των επιχειρήσεων» στην 65η θέση, οι «Θεσμοί» στην 60η θέση και η «Εξειδίκευση της αγοράς» στην 57η θέση. Οι αδυναμίες αυτές γίνονται ορατές σε κρίσιμους επιμέρους δείκτες, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την 125η θέση στην ανάπτυξη τοπικών οικοσυστημάτων καινοτομίας, χωρίς μάλιστα να περιλαμβάνεται κανένα ελληνικό cluster στα 100 κορυφαία του κόσμου, και την 107η θέση στη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων και βιομηχανίας στον τομέα της έρευνας. Παράλληλα, το δημογραφικό μέρισμα νέων αποτελεί σημαντική πρόκληση, με τη χώρα να βρίσκεται στην 130η θέση.
Στον τομέα των εκροών, η εικόνα είναι επίσης μεικτή. Η Ελλάδα κατατάσσεται 40η στις «Δημιουργικές εκροές» και 43η στις «Εκροές γνώσης και τεχνολογίας». Στις επιμέρους διακρίσεις περιλαμβάνονται η 32η θέση στην αποτίμηση των εταιρειών μονόκερων, η 33η θέση στην παραγωγή εθνικών κινηματογραφικών ταινιών και η 34η θέση στις αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας βάσει προέλευσης. Αντίθετα, παρατηρείται υστέρηση στην παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, με κατάταξη στην 71η θέση, και στις εισαγωγές υπηρεσιών πληροφορικής και επικοινωνιών, με την 96η θέση.
Η έκθεση παρέχει επίσης δεδομένα για την πορεία της χώρας σε βάθος χρόνου. Στη μακροπρόθεσμη περίοδο 2013-2023, οι επενδύσεις σε Έρευνα και Ανάπτυξη κατέγραψαν ετήσια αύξηση 7,5%, ενώ οι συμφωνίες επιχειρηματικού κεφαλαίου αυξήθηκαν κατά 10,1% την περίοδο 2020-2024. Στον αντίποδα, οι διεθνείς αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας σημείωσαν μακροπρόθεσμη ετήσια μείωση κατά 2,5%. Στους κοινωνικοοικονομικούς δείκτες, η παραγωγικότητα της εργασίας και το προσδόκιμο ζωής παρουσιάζουν μακροπρόθεσμη αύξηση, αντανακλώντας θετικές εξελίξεις σε ευρύτερους τομείς της κοινωνίας και της οικονομίας.
Συμπερασματικά, ο Παγκόσμιος Δείκτης Καινοτομίας 2025 αναδεικνύει την Ελλάδα ως μια χώρα με σημαντικό, αλλά σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητο, καινοτομικό δυναμικό. Η αριστεία στο ανθρώπινο κεφάλαιο και την έρευνα αποτελεί το ισχυρότερο θεμέλιο, πάνω στο οποίο όμως πρέπει να οικοδομηθούν οι μηχανισμοί που θα ενισχύσουν τη σύνδεση με την αγορά, θα βελτιώσουν το επιχειρηματικό περιβάλλον και θα διευκολύνουν την πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η έκθεση λειτουργεί ως ένας λεπτομερής χάρτης που καταγράφει με ακρίβεια τις περιοχές που απαιτούν στοχευμένες παρεμβάσεις πολιτικής, προκειμένου η παραγόμενη γνώση να μετατραπεί σε βιώσιμη ανάπτυξη.



