Η προσέλκυση κατάλληλων υποψηφίων εδραιώνεται ως η κυρίαρχη πρόκληση για το 54% των εργοδοτών στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα πορίσματα της έρευνας της ManpowerGroup για τις Προοπτικές Απασχόλησης του τετάρτου τριμήνου του 2025. Την ίδια στιγμή, η αναγνώριση της προσφοράς, η εξασφάλιση ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και η παροχή ευελιξίας στο ωράριο αναδεικνύονται ως οι πλέον αποτελεσματικές στρατηγικές για τη διακράτηση του ανθρώπινου δυναμικού, σκιαγραφώντας ένα απαιτητικό τοπίο στην εγχώρια αγορά εργασίας.
Εμβαθύνοντας στα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές επιχειρήσεις, το 26% επισημαίνει την ανάγκη βελτίωσης της εμπειρίας των υποψηφίων, ενώ το 25% αναφέρει τη διαχείριση μεγάλου όγκου αιτήσεων. Ακολουθούν με ισόποσο ποσοστό 23% η δυσκολία στελέχωσης σύνθετων τεχνικών θέσεων και η μείωση του χρόνου πρόσληψης. Παράλληλα, οι περιορισμένοι πόροι και η ανάγκη εκμάθησης νέων εργαλείων προσλήψεων τεχνητής νοημοσύνης απασχολούν το 22% των εργοδοτών, ενώ η αυξανόμενη χρήση εργαλείων ΤΝ από τους ίδιους τους υποψηφίους αποτελεί πρόκληση για το 21%.
Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα ευρήματα της έρευνας είναι το χάσμα εμπιστοσύνης ως προς την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών πρόσληψης. Στην Ελλάδα, μόλις το 42% των εργοδοτών εκφράζει εμπιστοσύνη στη διαδικασία που εφαρμόζει, με το 10% να τη χαρακτηρίζει άριστη και το 32% καλή. Στον αντίποδα, το 48% την αξιολογεί ως δίκαιη, το 7% τη θεωρεί κακή και το 2% πολύ κακή. Αντιθέτως, σε παγκόσμιο επίπεδο, ο δείκτης εμπιστοσύνης ανέρχεται στο 67%, αποκαλύπτοντας μια σημαντική απόκλιση.
Σχετικά με τη στρατηγική αξιοποίησης του προσωπικού, οι μόνιμοι εργαζόμενοι παραμένουν ο πυλώνας των κρίσιμων λειτουργιών. Στην Ελλάδα, αξιοποιούνται κατά 64% σε θέσεις διοίκησης, κατά 56% στην εξυπηρέτηση πελατών και κατά 47% στη γενική λειτουργική υποστήριξη. Επιπλέον, το 41% του μόνιμου προσωπικού συμμετέχει ενεργά σε εκπαίδευση και αναβάθμιση δεξιοτήτων, το 34% καλύπτει εξειδικευμένες βραχυπρόθεσμες ανάγκες και το 33% παρέχει εποχιακή ή έκτακτη υποστήριξη.
Παράλληλα, οι προσωρινοί εργαζόμενοι και οι συμβασιούχοι αποδεικνύονται κρίσιμοι για την ευελιξία των επιχειρήσεων. Το 29% αξιοποιείται για την κάλυψη έκτακτων ή εποχιακών αναγκών και το 24% για εξειδικευμένες, βραχυπρόθεσμες εργασίες. Η τάση αυτή αντανακλά μια διεθνή σύγκλιση, όπου ο αριθμός του ευέλικτου προσωπικού προσεγγίζει αριθμητικά αυτόν του μόνιμου, επιτρέποντας στους οργανισμούς να προσαρμόζονται ταχύτερα στις μεταβολές της αγοράς.
Στο πεδίο της διακράτησης, η αναγνώριση των εργαζομένων καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην Ελλάδα με ποσοστό 36%, με τη σημασία της να είναι εντονότερη στους κλάδους της Βιομηχανίας και των Κατασκευών (49%) και των Χρηματοοικονομικών και Real Estate (42%). Ακολουθούν με 31% η ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και ο έλεγχος του φόρτου εργασίας, και με 30% η ευελιξία στο ωράριο εργασίας.
Η λίστα των αποτελεσματικών στρατηγικών διακράτησης στην Ελλάδα συμπληρώνεται από τα εργασιακά καθήκοντα που ενισχύουν το ενδιαφέρον και την εμπλοκή με 26%, τις ευκαιρίες εκπαίδευσης με 25% και τη δυνατότητα επιλογής τοποθεσίας εργασίας με 23%. Χαμηλότερα ποσοστά καταγράφουν η αξιοποίηση τεχνολογικών εργαλείων με 19% και η ανάπτυξη ηγετικών δεξιοτήτων με 14%.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι προτεραιότητες διαφοροποιούνται, με την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής να κυριαρχεί με 46%. Ακολουθούν η ευελιξία ωραρίου με 40%, η αναγνώριση εργαζομένων με 39%, οι ευκαιρίες εκπαίδευσης με 38% και η δυνατότητα επιλογής τοποθεσίας εργασίας επίσης με 38%. Η ανάπτυξη ηγετικών δεξιοτήτων αναφέρεται από το 10% των εργοδοτών διεθνώς.
Η διαφοροποίηση αυτή υπογραμμίζει μια αξιοσημείωτη μετατόπιση προτεραιοτήτων για την ελληνική αγορά, καθώς το 2024 στην κορυφή των στρατηγικών βρισκόταν η αναβάθμιση των τεχνολογικών εργαλείων. Αντίθετα, σε παγκόσμιο επίπεδο η έμφαση στην ισορροπία ζωής-εργασίας παραμένει σταθερά στην πρώτη θέση, υποδεικνύοντας μια πιο παγιωμένη τάση.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1–31 Ιουλίου 2025, με τη συμμετοχή 40.533 εργοδοτών παγκοσμίως, εκ των οποίων οι 525 δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Στο δείγμα περιλαμβάνονται επιχειρήσεις από κλάδους όπως οι Μεταφορές και η Εφοδιαστική Αλυσίδα, η Πληροφορική, η Βιομηχανία και οι Κατασκευές, τα Χρηματοοικονομικά και το Real Estate, η Ενέργεια και οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, τα Καταναλωτικά Αγαθά και Υπηρεσίες, η Υγεία και οι Βιοεπιστήμες και οι Υπηρεσίες Επικοινωνίας.



