Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας και δυναμισμού παρουσιάζει το ελληνικό επιχειρηματικό τοπίο, σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat για τις στατιστικές των επιχειρήσεων για το 2023. Η Ελλάδα κατέγραψε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά διακοπής λειτουργίας επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 3,4%, βάσει προσωρινών στοιχείων, τη στιγμή που σε άλλα κράτη-μέλη το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε έως και το 27,5%. Ταυτόχρονα, η χώρα διακρίθηκε για το υψηλότερο μέσο μέγεθος απασχόλησης στις νεοσύστατες επιχειρήσεις, καθώς κάθε νέα εταιρεία απασχολούσε κατά μέσο όρο 2,0 άτομα, επίδοση που αποτελεί την κορυφαία στην ΕΕ, όπου ο μέσος όρος ήταν 1,1 άτομα.
Στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το 2023 δραστηριοποιήθηκαν περίπου 33,1 εκατομμύρια επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούσαν 162,2 εκατομμύρια άτομα. Αυτές οι επιχειρήσεις παρήγαγαν έναν καθαρό κύκλο εργασιών άνω των 38,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ και δημιούργησαν συνολική προστιθέμενη αξία ύψους 10.460 δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ανάλυση επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν το 99,8% του συνόλου. Οι ΜμΕ απασχολούν σχεδόν τα δύο τρίτα του εργατικού δυναμικού (63,5%) και παράγουν το 51,4% της συνολικής προστιθέμενης αξίας στην επιχειρηματική οικονομία της Ένωσης.
Η κατανομή ανά μέγεθος αποκαλύπτει μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Οι μεγάλες επιχειρήσεις, με περισσότερους από 249 εργαζομένους, αντιπροσωπεύουν μόλις το 0,2% του συνόλου, όμως απασχολούν το 37% του εργατικού δυναμικού και παράγουν σχεδόν τη μισή προστιθέμενη αξία (49%). Η συντριπτική πλειοψηφία, το 99%, είναι πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις (έως 49 άτομα), οι οποίες απασχολούν το 48% των εργαζομένων και συνεισφέρουν το 35% της προστιθέμενης αξίας. Ειδικότερα, οι πολύ μικρές επιχειρήσεις (έως 10 άτομα) αποτελούν πάνω από 9 στις 10 επιχειρήσεις στην ΕΕ, παράγοντας περίπου το ένα πέμπτο της προστιθέμενης αξίας (19,6%).
Σε τομεακό επίπεδο, ο κλάδος των υπηρεσιών κυριαρχεί, αντιπροσωπεύοντας το 63% των επιχειρήσεων, το 52% της απασχόλησης και το 49% της προστιθέμενης αξίας. Ωστόσο, η μεταποίηση παραμένει ο μεγαλύτερος μεμονωμένος κλάδος σε όρους προστιθέμενης αξίας, με 2.470 δισεκατομμύρια ευρώ, απασχολώντας 30,3 εκατομμύρια άτομα. Ο τομέας του χονδρικού και λιανικού εμπορίου ακολουθεί ως ο δεύτερος μεγαλύτερος εργοδότης με 29,8 εκατομμύρια άτομα. Τα στοιχεία αποκαλύπτουν επίσης τεράστιες ανισότητες στο μέσο κόστος προσωπικού: στον κλάδο των χρηματοοικονομικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ανήλθε στα €78.350 ανά εργαζόμενο, σχεδόν τετραπλάσιο από το αντίστοιχο κόστος στον τομέα των καταλυμάτων και της εστίασης (€22.150).
Οι αποκλίσεις αυτές είναι ακόμα πιο έντονες μεταξύ των κρατών-μελών. Για παράδειγμα, στον τομέα της πληροφορικής και επικοινωνίας, το μέσο κόστος προσωπικού στην Ιρλανδία (€97.900) ήταν υπερτριπλάσιο από αυτό της Κροατίας (€30.500). Στη μεταποίηση, το εύρος κυμαινόταν από €79.250 στη Δανία έως €13.200 στη Βουλγαρία. Τέλος, η δημογραφία των επιχειρήσεων σε επίπεδο ΕΕ παρουσίασε θετικό ισοζύγιο, με ποσοστό γεννήσεων 10,5% και προσωρινό ποσοστό διακοπής λειτουργίας 8,5%. Στις περισσότερες χώρες οι νέες επιχειρήσεις υπερτερούσαν αριθμητικά, με εξαιρέσεις τη Βουλγαρία, τη Δανία, τη Γερμανία, την Εσθονία, την Ιρλανδία, την Πολωνία και τη Σλοβακία.



