Η πράσινη μετάβαση αναμένεται να επηρεάσει 14,4 εκατομμύρια θέσεις εργασίας παγκοσμίως έως το 2030, οδηγώντας σε ένα καθαρό κέρδος 9,6 εκατομμυρίων νέων ρόλων, παρότι 2,4 εκατομμύρια θέσεις υπολογίζεται ότι θα καταργηθούν. Αυτό προκύπτει από μια νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ. Η έκθεση, με τίτλο «Making the Green Transition Work for People and for the Economy», η οποία αναπτύχθηκε σε συνεργασία με την McKinsey and Company και με την υποστήριξη του Laudes Foundation, διαπιστώνει ότι ενώ δημιουργούνται πέντε νέες θέσεις για κάθε μία που καταργείται, ο γεωπολιτικός κατακερματισμός, η οικονομική αβεβαιότητα και η διεύρυνση των κοινωνικών χασμάτων αμφισβητούν τις παραδοσιακές προσεγγίσεις για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, αυξάνοντας τον κίνδυνο άνισων επιπτώσεων.
Παρά το γεγονός ότι οι ηγέτες των επιχειρήσεων σε περισσότερο από το 80% των χωρών αναμένουν συνολική οικονομική ώθηση, εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες. Σε παγκόσμιο επίπεδο, το 33% των επιχειρήσεων, δηλαδή μία στις τρεις, ανησυχεί για τον εκτοπισμό θέσεων εργασίας σε τουλάχιστον έναν σημαντικό κλάδο στη χώρα τους. Παράλληλα, το 37% των επιχειρήσεων παγκοσμίως (ποσοστό που ανέρχεται στο 47% στις οικονομίες χαμηλού εισοδήματος) αναφέρει αύξηση του κόστους ενέργειας και βασικών εμπορευμάτων. Εξίσου σημαντικό είναι ότι το 51% ανησυχεί πως ορισμένες από αυτές τις αυξήσεις ενδέχεται να μετακυλιστούν στους καταναλωτές, καθιστώντας βασικά αγαθά και υπηρεσίες λιγότερο προσιτά.
Η πρόσβαση σε κεφάλαια για την πράσινη μετάβαση αναδεικνύεται σε κρίσιμο εμπόδιο, με την έκθεση να προειδοποιεί για τον κίνδυνο δημιουργίας «νέων τεχνολογικών χασμάτων». Συνολικά, το 32% των επιχειρήσεων παγκοσμίως, και ένα εξαιρετικά υψηλό 49% στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, αναφέρουν την περιορισμένη επενδυτική ικανότητα και πρόσβαση σε χρηματοδότηση ως φραγμό. Το 80% των στελεχών που ρωτήθηκαν αναγνώρισαν την άνιση πρόσβαση στην πράσινη χρηματοδότηση μεταξύ των εταιρειών ως σημαντικό κίνδυνο. Περισσότερες από μία στις πέντε εταιρείες σε οικονομίες χαμηλότερου εισοδήματος δεν έχουν πρόσβαση σε πράσινες τεχνολογίες, την ώρα που σχεδόν το 40% των επιχειρήσεων σε οικονομίες ανώτερου-μεσαίου και υψηλού εισοδήματος αντιμετωπίζει αυξημένη ρυθμιστική αβεβαιότητα και βάρος συμμόρφωσης.
Η δημοσίευση της έκθεσης πραγματοποιείται καθώς οι χώρες προετοιμάζονται για τη σύνοδο COP30 στο Belém, όπου, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, δίνεται «πρωτοφανής έμφαση» στις κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Ο Attilio Di Battista, Επικεφαλής Οικονομικής Ανάπτυξης και Μετασχηματισμού στο Φόρουμ, δήλωσε ότι «η αποτελεσματική δράση για το κλίμα εξαρτάται από την κατανόηση των μοναδικών κοινωνικοοικονομικών πραγματικοτήτων κάθε χώρας και τοπικής κοινότητας». Ο Harsh Vijay Singh, Επικεφαλής Δίκαιης Μετάβασης του Φόρουμ, συμπλήρωσε πως «στο ταχέως εξελισσόμενο κοινωνικό και γεωοικονομικό πλαίσιο, οι επιχειρήσεις που θέλουν να μεταβούν επιτυχώς θα πρέπει να εξετάσουν ρητά τον αντίκτυπο των κλιματικών τους σχεδίων στους ανθρώπους». Από την πλευρά του, ο Hemant Ahlawat, Senior Partner της McKinsey Sustainability, σημείωσε ότι «καθώς ο κόσμος προχωρά στη δράση για το κλίμα, οι ηγέτες θα χρειαστούν μια σαφή άποψη των κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων της μετάβασης στους ανθρώπους και τις κοινότητες».
Η έκθεση αναλύει έξι διακριτά αρχέτυπα χωρών. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι «Inclusive green adopters» (π.χ. Αυστραλία, Γαλλία), προηγμένες οικονομίες με ισχυρούς τομείς υπηρεσιών, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και στέρεα κοινωνικά συστήματα, που ανησυχούν για το ρυθμιστικό βάρος. Ακολουθούν οι «Green developers» (π.χ. ΗΠΑ, Γερμανία, Κίνα), βιομηχανικοί ηγέτες στις πράσινες τεχνολογίες με υψηλές εκπομπές ανά κάτοικο, που επωφελούνται από βαθιές χρηματοπιστωτικές αγορές αλλά αντιμετωπίζουν άνιση πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά. Οι «Emerging green adopters» (π.χ. Ιταλία, Τουρκία), βιομηχανικές οικονομίες με ισχυρές βάσεις ταλέντων, τείνουν να είναι πιο απαισιόδοξες. Οι «Growth economies» (π.χ. Ινδία, Βραζιλία) εξισορροπούν τις πράσινες επενδύσεις με τις προκλήσεις της ενεργειακής προσιτότητας. Οι «Fossil fuel exporters» (π.χ. Σαουδική Αραβία), όπου τα ορυκτά καύσιμα αποτελούν μεγάλο μερίδιο του ΑΕΠ, αντιμετωπίζουν αργές αποδόσεις επενδύσεων και χαμηλή πρόσβαση σε πράσινες δεξιότητες. Τέλος, οι «Frontier economies» (π.χ. Μπαγκλαντές, Νιγηρία) αντιμετωπίζουν οξείς φραγμούς χρηματοδότησης, δεξιοτήτων και προσιτότητας, απαιτώντας διεθνή υποστήριξη.



