Σημαντικές ανακατατάξεις στο πεδίο της ανώτατης έρευνας και της ακαδημαϊκής παραγωγής στην Ελλάδα αποτυπώνει η νέα έκδοση που δημοσίευσε το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου, παρουσιάζοντας αναλυτικά τα στατιστικά στοιχεία για τους διδάκτορες που αποφοίτησαν από τα ελληνικά ΑΕΙ το 2024. Η μελέτη καταγράφει την αναγόρευση 2.042 νέων διδακτόρων κατά το προηγούμενο έτος και αναδεικνύει δύο κυρίαρχες τάσεις που διαμορφώνουν το σύγχρονο ερευνητικό τοπίο, οι οποίες αφορούν τη μείωση της χρηματοδότησης και την ταυτόχρονη αύξηση της αξιοποίησης τεχνολογιών αιχμής. Τα στοιχεία, που αντλήθηκαν από το Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, προσφέρουν μια ολοκληρωμένη χαρτογράφηση του υψηλά εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, σκιαγραφώντας με ακρίβεια τα δημογραφικά χαρακτηριστικά, τις επαγγελματικές προοπτικές και τις επιστημονικές επιδόσεις του εγχώριου ερευνητικού οικοσυστήματος.
Το προφίλ των νέων επιστημόνων χαρακτηρίζεται από σχεδόν απόλυτη ισορροπία μεταξύ των φύλων, με τους άνδρες να υπερτερούν οριακά με ποσοστό 51,8% έναντι 48,2% των γυναικών, ενώ η πλειονότητα των διδακτόρων ανήκει στις ηλικιακές ομάδες 25-34 ετών (39,8%) και 35-44 ετών (34,2%). Ως προς την οικογενειακή κατάσταση, το 54,4% είναι άγαμοι και το 60,9% δεν έχουν παιδιά. Σχετικά με τα ιδρύματα, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διατηρούν τα πρωτεία με 415 και 305 διατριβές αντίστοιχα, ακολουθούμενα από το Πανεπιστήμιο Πατρών (179), το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (145), το Πανεπιστήμιο Κρήτης (118), το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων (108) και το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης (107). Αξιοσημείωτο είναι ότι το 94,5% των διδακτόρων απέκτησε τον βασικό τίτλο σπουδών από ελληνικό ίδρυμα και το 86,3% κατέχει μεταπτυχιακό τίτλο.
Αναφορικά με τη διάρκεια και τα κίνητρα των σπουδών, το προσωπικό επιστημονικό ενδιαφέρον αποτελεί τον κυριότερο λόγο εκπόνησης διατριβής για το 57,1% των ερευνητών, ενώ ακολουθούν η προοπτική ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας (21,6%) και η πρόσβαση σε καλύτερες επαγγελματικές ευκαιρίες (19,9%). Η πλειονότητα ολοκληρώνει τις σπουδές σε τέσσερα έως έξι έτη, με το 18,7% να απαιτεί τέσσερα έτη, το 20,2% πέντε έτη και το 14,0% έξι έτη. Υπάρχει ωστόσο και ένα σημαντικό ποσοστό της τάξης του 12,2% που χρειάστηκε περισσότερα από εννέα έτη. Οι επιστημονικές εκροές είναι υψηλές, καθώς το 56,3% των διδακτόρων δημοσίευσε σε διεθνές επιστημονικό περιοδικό, το 54,5% σε περιοδικό ανοικτής πρόσβασης και το 53,4% συμμετείχε σε διεθνές συνέδριο.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν τα ευρήματα για την οικονομική υποστήριξη, καθώς το 2024 καταγράφεται μείωση του ποσοστού χρηματοδότησης στο 38,5%, έναντι 50,9% το 2023. Η κυριότερη πηγή, οι υποτροφίες, εμφάνισε σημαντική πτώση στο 47,4% από 64,0% το προηγούμενο έτος, ενώ το 30,4% της χρηματοδότησης προήλθε από απασχόληση σε ερευνητικά έργα. Οι πόροι προέρχονται κυρίως από εθνικούς φορείς (ΙΚΥ, ΕΛΙΔΕΚ, ΕΣΠΑ). Παρατηρούνται έντονες ανισότητες ανά πεδίο, με τις Επιστήμες Μηχανικού (63,5%) και τις Φυσικές Επιστήμες (61,6%) να έχουν υψηλά ποσοστά χρηματοδότησης, σε αντίθεση με τις Κοινωνικές (16,5%) και Ανθρωπιστικές Επιστήμες (26,1%).
Στον τομέα της απασχόλησης, η εικόνα είναι θετική με το 83,5% των νέων διδακτόρων να εργάζεται κατά την ολοκλήρωση των σπουδών του, όπου το 64,4% διατηρεί την προϋπάρχουσα θέση εργασίας, ενώ ποσοστό 13,1% είναι άνεργοι και αναζητούν εργασία. Ενθαρρυντικό είναι το στοιχείο ότι η συντριπτική πλειονότητα (85,2%) δεν σκοπεύει να φύγει από τη χώρα στο άμεσο μέλλον. Όσοι προτίθενται να εγκατασταθούν μόνιμα στο εξωτερικό προέρχονται κυρίως από τις Φυσικές Επιστήμες (35,1%) και την Ιατρική (24,5%), με βασικό κίνητρο τη συνέχιση της ερευνητικής δραστηριότητας (35,4%), την επαγγελματική απασχόληση εκτός έρευνας (26,7%) και την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία (25,3%).
Η κατανομή των διατριβών ανά ευρύ επιστημονικό πεδίο αναδεικνύει πρώτη την Ιατρική και Επιστήμες Υγείας (25,3%) και ακολουθούν οι Κοινωνικές Επιστήμες (23,8%), οι Φυσικές Επιστήμες (23,7%), οι Επιστήμες Μηχανικού και Τεχνολογία (18,1%), οι Ανθρωπιστικές Επιστήμες (15,1%) και οι Γεωπονικές Επιστήμες (3,4%). Στις 10 κορυφαίες επιμέρους περιοχές συγκαταλέγονται η Κλινική Ιατρική (227), οι Επιστήμες Υγείας (192), η Εκπαίδευση (153), τα Οικονομικά και Επιχειρήσεις (146), οι Επιστήμες Μηχανικού (120), η Πληροφορική (101), η Βιολογία (101), η Φυσική (96), η Χημεία (88) και η Γλώσσα-Λογοτεχνία (81). Φυλετικά, οι άνδρες κυριαρχούν στις Επιστήμες Μηχανικού (70,7%) και τις Φυσικές Επιστήμες, ενώ οι γυναίκες υπερτερούν στα υπόλοιπα πεδία.
Παράλληλα, καταγράφεται σημαντική στροφή στις ψηφιακές τεχνολογίες. Το 2024, το 26,5% των διδακτόρων χρησιμοποίησε μεθόδους εξόρυξης γνώσης και μηχανικής μάθησης (data mining & machine learning), ποσοστό αυξημένο την περίοδο 2021-2024, ενώ το 17,7% αξιοποίησε δεδομένα μεγάλης κλίμακας (Big Data). Επίσης, το 11,9% ασχολήθηκε με το Διαδίκτυο των Πραγμάτων (IoT) και το 7,9% με τη ρομποτική, αν και η πλειονότητα (75,5%) βασίστηκε σε βάσεις δεδομένων διαχειρίσιμες με συμβατικά εργαλεία. Η χρήση διαδικτυακών πλατφορμών για βιβλιογραφική αναζήτηση είναι σχεδόν καθολική (98,4%), ενώ υψηλά ποσοστά καταγράφονται στην ψηφιακή ανάλυση δεδομένων (79,9%) και δημοσίευση αποτελεσμάτων (78,8%).



