Τα ευρήματα της έκτης ετήσιας παγκόσμιας έρευνας του Ομίλου Adecco, η οποία βασίστηκε σε ένα εκτεταμένο δείγμα 37.500 εργαζομένων από 31 χώρες και 21 διαφορετικούς επιχειρηματικούς κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, αναδεικνύουν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει πλέον η τεχνητή νοημοσύνη στο σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον. Η μελέτη καταγράφει πως η συγκεκριμένη τεχνολογία βρίσκεται στο επίκεντρο τόσο των προσδοκιών όσο και των προβληματισμών του ανθρώπινου δυναμικού, με την πλειονότητα να την αντιλαμβάνεται ως βασικό μοχλό αλλαγής. Η εμπιστοσύνη στη χρήση της ενισχύεται σταθερά, καθώς όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι αξιοποιούν τις δυνατότητές της με στόχο την ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους και την ενίσχυση της παραγωγικότητάς τους, προσπαθώντας παράλληλα να κατανοήσουν τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπό της στην επαγγελματική τους πορεία και την καθημερινότητα της εργασίας τους.
Σε επίπεδο στατιστικών δεδομένων, η έρευνα καταδεικνύει ότι η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων παγκοσμίως υιοθετεί μια θετική στάση απέναντι στις εξελίξεις, βλέποντας την τεχνητή νοημοσύνη κυρίως ως ευκαιρία παρά ως απειλή για το επαγγελματικό τους μέλλον. Συγκεκριμένα, το 76% του παγκόσμιου δείγματος αναμένει ότι η νέα τεχνολογία θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, ενώ το 70% προβλέπει έναν σημαντικό ανασχεδιασμό στους ρόλους και τα καθήκοντά του. Αντιθέτως, μόλις το 23% εκφράζει ανησυχία για πιθανή απώλεια της θέσης εργασίας του, στοιχείο που επιβεβαιώνει την επικράτηση της αισιοδοξίας. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά ακολουθούν παρόμοια τάση, αν και εμφανίζονται ελαφρώς διαφοροποιημένα, καθώς το 58% πιστεύει στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, το 68% αναγνωρίζει την εξέλιξη των ρόλων και μόλις το 21% αναμένει αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση.
Ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα που αναδεικνύει η φετινή έρευνα αφορά την παραγωγικότητα και την εξοικονόμηση χρόνου, όπου καταγράφεται μια εντυπωσιακή αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι εργαζόμενοι σε παγκόσμιο επίπεδο δηλώνουν ότι εξοικονομούν κατά μέσο όρο δύο ώρες την ημέρα χάρη στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, χρόνος διπλάσιος συγκριτικά με το 2024, ενώ στην Ελλάδα η αντίστοιχη εξοικονόμηση ανέρχεται στα 96 λεπτά ημερησίως. Παράλληλα, το εμπόδιο στη χρήση της τεχνολογίας φαίνεται να καταρρέει, καθώς το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι τίποτα δεν τους εμποδίζει να χρησιμοποιούν περισσότερο την ΑΙ εκτοξεύθηκε στο 71% το 2025, από μόλις 19% που ήταν την προηγούμενη χρονιά. Επιπρόσθετα, το 77% των εργαζομένων αναφέρει ότι η τεχνολογία τούς επέτρεψε να εκτελέσουν εργασίες που προηγουμένως δεν ήταν εφικτές χωρίς τη συνδρομή της.
Παρά την αύξηση της αποδοτικότητας και την απελευθέρωση χρόνου, παρατηρείται μια αναντιστοιχία μεταξύ της αντίληψης των εργαζομένων και των πραγματικών οφελών για τους οργανισμούς που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Ενώ οι εργαζόμενοι αισθάνονται πιο παραγωγικοί, τα στοιχεία δείχνουν ότι μόλις ένας στους τρεις αξιοποιεί τον εξοικονομούμενο χρόνο σε ουσιαστικές εργασίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, με τους περισσότερους να τον διοχετεύουν σε επαναλαμβανόμενα ή λιγότερο παραγωγικά καθήκοντα. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι μόνο το ένα τρίτο των εργαζομένων μπορεί να μετρήσει με βεβαιότητα τον αντίκτυπο της εργασίας του. Αυτό δημιουργεί ένα στρατηγικό κενό, καθώς η απελευθέρωση πόρων δεν μεταφράζεται ακόμη πλήρως σε μετρήσιμα επιχειρηματικά οφέλη, παρά την πρόθεση των εργαζομένων να βελτιώσουν τις δεξιότητές τους.
Η μελέτη καταγράφει επίσης τη ραγδαία άνοδο μιας νέας κατηγορίας εργαζομένων, των λεγόμενων «Future-Ready», οι οποίοι πλέον αντιπροσωπεύουν περίπου το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού, σημειώνοντας σημαντική αύξηση από το 11% που καταγράφηκε πέρυσι. Οι εργαζόμενοι αυτοί χαρακτηρίζονται από προσαρμοστικότητα και υψηλότερη εμπιστοσύνη στην τεχνολογία, βαθμολογώντας την εμπιστοσύνη τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη με 6,6 στα 10, έναντι του 3,3 που σημειώνουν οι υπόλοιποι. Είναι επίσης πιο πιθανό να συμμετέχουν ενεργά στον σχεδιασμό του νέου τρόπου εργασίας και να λαμβάνουν καθοδήγηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρήση των «AI agents» αναμένεται να αυξηθεί, με το 55% των εργαζομένων να περιμένει την ενσωμάτωσή τους στις ροές εργασίας εντός του επόμενου έτους.
Ωστόσο, η τεχνολογία δεν υποκαθιστά την ανθρώπινη επαφή σε όλους τους τομείς, καθώς διατηρείται μια σαφής προτίμηση στον ανθρώπινο παράγοντα για θέματα που απαιτούν ενσυναίσθηση. Ενώ οι εργαζόμενοι εμπιστεύονται την AI για την αυτοματοποίηση εργασιών, την εκπαίδευση και τον καθορισμό στόχων, προτιμούν σαφώς την ανθρώπινη αλληλεπίδραση για τις συνεντεύξεις εξόδου, τη διαχείριση καριέρας και την επίλυση συγκρούσεων. Παράλληλα, οι ανησυχίες για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και την ηθική χρήση της τεχνολογίας έχουν αυξηθεί σημαντικά τους τελευταίους 12 μήνες, με τους εργαζόμενους να ζητούν διασφαλίσεις από τις ηγεσίες των εταιρειών ότι οι πληροφορίες τους παραμένουν ασφαλείς εν μέσω του ψηφιακού μετασχηματισμού και της αυξημένης χρήσης δεδομένων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη συσχέτιση μεταξύ της αίσθησης σκοπού και της δέσμευσης των εργαζομένων, με τα ευρήματα να αποκαλύπτουν ότι το 99% όσων αισθάνονται καθημερινά ισχυρό σκοπό στην εργασία τους σχεδιάζουν να παραμείνουν στον εργοδότη τους, έναντι μόλις 53% όσων δεν βιώνουν ανάλογη σύνδεση. Όπως επισημαίνει η διοίκηση του Ομίλου Adecco, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε τοπικό επίπεδο, η υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα και όχι επιλογή. Ωστόσο, τονίζεται ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί και ότι χωρίς μια ανθρωποκεντρική προσέγγιση ελλοχεύει ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης του εργατικού δυναμικού. Οι οργανισμοί οφείλουν να θέσουν σαφείς προσδοκίες για τους νέους ρόλους, διασφαλίζοντας ότι η αλληλεπίδραση ανθρώπου και μηχανής θα αποφέρει πραγματική αξία.



