Ο Όμιλος Prada ολοκλήρωσε και τυπικά την εξαγορά του ανταγωνιστικού οίκου μόδας Versace, μέσω μιας συμφωνίας σε μετρητά ύψους 1,375 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η εξαγορά, η οποία έκλεισε σε τιμή χαμηλότερη από τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια που είχε καταβάλει η πρώην μητρική εταιρεία Capri Holdings το 2018, αναμένεται να αναστρέψει την τύχη της Versace μετά τις μέτριες επιδόσεις που κατέγραψε στην εποχή μετά την πανδημία. Η Prada επιβεβαίωσε σε λιτή ανακοίνωση ότι η διαδικασία ολοκληρώθηκε κατόπιν λήψης όλων των ρυθμιστικών εγκρίσεων, ενώ η Capri Holdings, στην οποία ανήκουν επίσης οι Michael Kors και Jimmy Choo, διευκρίνισε ότι τα κεφάλαια από την πώληση θα αξιοποιηθούν για την αποπληρωμή χρέους, ενισχύοντας τον ισολογισμό της στον απόηχο μιας περιόδου όπου η Versace δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στην τάση της «ήσυχης πολυτέλειας» και κατέγραφε επιβράδυνση πωλήσεων.
Η Donatella Versace υποδέχθηκε θετικά τη συμφωνία με ανάρτηση στο Instagram, η οποία συνέπεσε με τα γενέθλια του αείμνηστου ιδρυτή και αδελφού της, Gianni Versace, δημοσιεύοντας μια φωτογραφία του 1996 με τον ίδιο και τη Miuccia Prada και αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «σήμερα είναι η μέρα που η Versace εντάσσεται στην οικογένεια της Prada». Τη διοίκηση της επόμενης φάσης του οίκου αναλαμβάνει ο κληρονόμος της Prada, Lorenzo Bertelli, ως εκτελεστικός πρόεδρος, διατηρώντας παράλληλα τους ρόλους του διευθυντή μάρκετινγκ του Ομίλου και υπευθύνου βιωσιμότητας. Ο γιος της Miuccia Prada και του Patrizio Bertelli δήλωσε ότι δεν σχεδιάζει άμεσες διοικητικές αλλαγές, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι η εταιρεία υποαποδίδει στην αγορά. Παράλληλα, ο δημιουργικός επαναπροσδιορισμός έχει ήδη ξεκινήσει υπό τον νέο σχεδιαστή Dario Vitale, πρώην στέλεχος της Miu Miu, του οποίου η πρώτη συλλογή, μια πολύχρωμη παραλλαγή της δεκαετίας του ’80, απέσπασε θετικά σχόλια από τους αγοραστές παρά τις μεικτές κριτικές.
Οι αναλυτές της αγοράς πολυτελείας, όπως ο Luca Solca της Sanford C. Bernstein, επισημαίνουν ότι η ελκυστικότητα της συμφωνίας έγκειται στον συμπληρωματικό χαρακτήρα των δύο εμπορικών σημάτων, καθώς συνδυάζει τη «μινιμαλιστική Prada» με τη «μαξιμαλιστική Versace», χωρίς να ανταγωνίζονται για το ίδιο πελατολόγιο. Η Prada υπογράμμισε ότι η Versace, παρά το γεγονός ότι έχει περάσει την περίοδο της μεγάλης ακμής της, προσφέρει «σημαντικές αναξιοποίητες προοπτικές ανάπτυξης», με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Prada, Andrea Guerra, να τονίζει νωρίτερα φέτος ότι το ταξίδι ανάκαμψης θα είναι μακρύ και θα απαιτήσει πειθαρχία. Σε οικονομικό επίπεδο, η Versace αναμένεται να αντιπροσωπεύει το 13% των pro-forma εσόδων του Ομίλου Prada, με τη Miu Miu στο 22% και την Prada στο 64%, ενισχύοντας περαιτέρω τα έσοδα του ομίλου που ανήλθαν πέρυσι στα 5,4 δισεκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 17%, ενώ η πώληση πραγματοποιείται με λογιστική ζημία περίπου 700 εκατομμυρίων για την Capri Holdings.
Ο Όμιλος Prada έχει ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες για την πλήρη ενσωμάτωση της Versace στο ιταλικό σύστημα παραγωγής του, γεγονός που αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα και σημείο υπερηφάνειας. Στο εργοστάσιο δερμάτινων ειδών στο Σκαντίτσι, ο Lorenzo Bertelli δήλωσε ότι η τεχνογνωσία παραμένει η ίδια ανεξαρτήτως του brand, προαναγγέλλοντας την κοινή παραγωγή. Η εταιρεία επενδύει δυναμικά στην εκπαίδευση μέσω της ακαδημίας της, η οποία φέτος αύξησε τους εκπαιδευόμενους κατά 28% φτάνοντας τους 152, ενώ πέρυσι απορρόφησε επαγγελματικά το 70% των αποφοίτων της. Επιπλέον, ο όμιλος διέθεσε φέτος 60 εκατομμύρια ευρώ για την ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας, περιλαμβανομένων νέων μονάδων σε Σιένα και Περούτζια καθώς και επέκταση των εγκαταστάσεων υποδημάτων Church’s στη Βρετανία, προσθέτοντας στις επενδύσεις ύψους 200 εκατομμυρίων ευρώ της περιόδου 2019-2024.



