Οι Ηνωμένες Πολιτείες προτίθενται να «εδραιώσουν εκ νέου» την κυριαρχία τους στο Δυτικό Ημισφαίριο, να ενισχύσουν τη στρατιωτική τους ισχύ στον Ινδο-Ειρηνικό και ενδεχομένως να επανεξετάσουν τη σχέση τους με την Ευρώπη, όπως δήλωσε ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σε ένα σαρωτικό έγγραφο για τη στρατηγική που επιδιώκει να αναδιαμορφώσει τον ρόλο της χώρας στον κόσμο. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας περιγράφει το όραμα του Τραμπ ως «ευέλικτο ρεαλισμό» και υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αναβιώσουν το Δόγμα Μονρόε του 19ου αιώνα, το οποίο κήρυττε το Δυτικό Ημισφαίριο ως ζώνη επιρροής της Ουάσιγκτον, ενώ παράλληλα προειδοποιεί ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει «πολιτισμική εξάλειψη» και οφείλει να αλλάξει πορεία.
Το έγγραφο αποτελεί την πιο πρόσφατη, και σαφέστερη, έκφραση της επιθυμίας του Τραμπ να ανατρέψει την τάξη πραγμάτων που επικράτησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία καθοδηγούνταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και βασιζόταν σε ένα δίκτυο συμμαχιών και πολυμερών ομάδων, επανακαθορίζοντάς την μέσα από το πρίσμα του δόγματος «Πρώτα η Αμερική». Το κείμενο των 29 σελίδων αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η εξωτερική πολιτική του Προέδρου είναι «πρακτική χωρίς να είναι “πραγματιστική”, ρεαλιστική χωρίς να ανήκει στη σχολή του “ρεαλισμού”, βασισμένη σε αρχές χωρίς να είναι “ιδεαλιστική”, στιβαρή χωρίς να είναι “πολεμοχαρής” και συγκρατημένη χωρίς να είναι “ειρηνιστική”», τονίζοντας ότι υποκινείται πρωτίστως από το τι λειτουργεί προς όφελος της Αμερικής.
Το έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από κάθε νέα κυβέρνηση και κατευθύνει το έργο πολλών κρατικών υπηρεσιών, αναφέρει ότι ο Τραμπ σκοπεύει να «αποκαταστήσει την αμερικανική υπεροχή» στο Δυτικό Ημισφαίριο, θέτοντας την περιοχή στην κορυφή των προτεραιοτήτων εξωτερικής πολιτικής. Αυτό το «Συμπλήρωμα Τραμπ» στο Δόγμα Μονρόε περιγράφεται ως μια λογική και ισχυρή αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος και των προτεραιοτήτων, συνεπής με τα συμφέροντα ασφαλείας των ΗΠΑ, υποδηλώνοντας ότι η μεγάλη αμερικανική στρατιωτική συγκέντρωση στην περιοχή δεν έχει προσωρινό χαρακτήρα.
Από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο, οι επικριτές έχουν επισημάνει ότι η ρητορική του Τραμπ παραπέμπει σε σύγχρονο ιμπεριαλισμό στο Δυτικό Ημισφαίριο, καθώς ο ίδιος είχε μιλήσει νωρίς, με αόριστους όρους, για ανάκτηση της Διώρυγας του Παναμά και προσάρτηση της Γροιλανδίας και του Καναδά. Πιο πρόσφατα, η αυξανόμενη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ στην Καραϊβική και οι απειλές για χερσαία πλήγματα στη Βενεζουέλα και σε άλλες χώρες όπου δραστηριοποιούνται καρτέλ ναρκωτικών έχουν εντείνει τις ανησυχίες σε μια περιοχή όπου η Ουάσιγκτον έχει ένα ταραχώδες ιστορικό στρατιωτικών επεμβάσεων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ήδη αποστείλει πάνω από 10.000 στρατιώτες στην Καραϊβική, συνοδευόμενους από αεροπλανοφόρο, πολεμικά πλοία και μαχητικά αεροσκάφη, με τον Τζέισον Μάρτσακ, ανώτερο αναλυτή για τη Λατινική Αμερική στο Atlantic Council, να δηλώνει ότι «η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας επισημαίνει με αρκετή σαφήνεια ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουμε στην προγενέστερη κατάσταση». Το έγγραφο αναφέρεται επίσης στην αυξανόμενη οικονομική επιρροή της Κίνας στη Λατινική Αμερική και στον στόχο της ανάσχεσής της, ενώ για την Ασία σημειώνει ότι ο Τραμπ στοχεύει να αποτρέψει τη σύγκρουση με την Κίνα για την Ταϊβάν και τη Νότια Σινική Θάλασσα ενισχύοντας τη στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.
«Η αποτροπή μιας σύγκρουσης για την Ταϊβάν, ιδανικά μέσω της διατήρησης στρατιωτικής υπεροχής, αποτελεί προτεραιότητα» αναφέρει το κείμενο, θίγοντας ένα ζήτημα που αποτελεί πάγια πηγή έντασης στις σινοαμερικανικές σχέσεις. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο Τραμπ έχει ιστορικό αντισυμβατικών κινήσεων εξωτερικής πολιτικής, καθίσταται δύσκολη η πρόβλεψη για το πώς αυτή η επισημοποίηση των θεμάτων εθνικής ασφάλειας θα μπορούσε να μεταφραστεί σε συγκεκριμένες ενέργειες.
Παράλληλα, η κυβέρνηση προειδοποίησε ότι η ήπειρος αντιμετωπίζει «πολιτισμική εξάλειψη» και πρέπει να αλλάξει πορεία εάν επιθυμεί να παραμείνει αξιόπιστος σύμμαχος των ΗΠΑ. Το έγγραφο αυτό είναι το πιο πρόσφατο σε μια σειρά δηλώσεων Αμερικανών αξιωματούχων που έχουν ανατρέψει τις μεταπολεμικές παραδοχές σχετικά με τη στενή σχέση της Ευρώπης με τον ισχυρότερο σύμμαχό της. Προβλέπεται μάλιστα ότι «μακροπρόθεσμα, είναι κάτι παραπάνω από πιθανό ότι το αργότερο εντός λίγων δεκαετιών, ορισμένα μέλη του ΝΑΤΟ θα έχουν πλειοψηφία πληθυσμού μη ευρωπαϊκής καταγωγής».



