Το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο παραμένει ο κυρίαρχος παράγοντας που καθορίζει την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την επαγγελματική εξέλιξη στις χώρες του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τη νέα έκθεση Skills Outlook 2025. Η ανάλυση υπογραμμίζει την επιτακτική ανάγκη οι κυβερνήσεις να βελτιώσουν την πρόσβαση στη διά βίου μάθηση, προκειμένου να γεφυρωθούν τα χάσματα δεξιοτήτων και να διασφαλιστεί ότι το ανθρώπινο δυναμικό είναι εξοπλισμένο για τις σύγχρονες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας. Παράγοντες πέρα από τον έλεγχο του ατόμου, όπως το μορφωτικό επίπεδο και το επάγγελμα των γονέων, το φύλο, το μεταναστευτικό υπόβαθρο και ο τόπος κατοικίας, επηρεάζουν καθοριστικά τις ευκαιρίες σταδιοδρομίας. Η έκθεση καταδεικνύει ότι οι ενήλικες με τουλάχιστον έναν γονέα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης καταγράφουν υψηλότερες επιδόσεις στον γραμματισμό και τον αριθμητισμό, ενώ οι διαφορές στην πρόσβαση σε ευκαιρίες μάθησης εξηγούν περίπου το ήμισυ των κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων στις δεξιότητες μεταξύ των ενηλίκων.
Η επίδραση της οικογενειακής προέλευσης αποτυπώνεται ευκρινώς στις μισθολογικές απολαβές, καθώς οι ενήλικες που προέρχονται από οικογένειες με γονείς αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κερδίζουν κατά μέσο όρο 11% περισσότερο ανά ώρα εργασίας σε σύγκριση με συνομηλίκους τους από λιγότερο προνομιούχα περιβάλλοντα. Η δομική φύση του προβλήματος επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι αυτή η μισθολογική διαφορά μειώνεται σε λιγότερο από 1% όταν συγκρίνονται άτομα με το ίδιο επίπεδο εκπαίδευσης και δεξιοτήτων. Αυτό αποδεικνύει ότι η ανισότητα στην πρόσβαση στην εκπαίδευση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων αποτελεί τον βασικό μοχλό των μισθολογικών διαφορών. Παράλληλα, τα κοινωνικοοικονομικά χάσματα τείνουν να περιορίζονται κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, αλλά διευρύνονται εκ νέου μετά την ολοκλήρωσή της, καθώς τα εκπαιδευτικά συστήματα και οι χώροι εργασίας συνεχίζουν να αναπαράγουν και να ενισχύουν τα πλεονεκτήματα των ήδη προνομιούχων ομάδων.
Σημαντικές ανισότητες καταγράφονται και στο πεδίο των φύλων, όπου οι διαφορές ποικίλλουν ανάλογα με το είδος της δεξιότητας. Οι γυναίκες υπερέχουν στον γραμματισμό, ενώ οι άνδρες σημειώνουν υψηλότερες επιδόσεις στον αριθμητισμό και την προσαρμοστική επίλυση προβλημάτων. Το χάσμα στον αριθμητισμό είναι ευρύτερο μεταξύ των ατόμων με τις υψηλότερες δεξιότητες, υποδηλώνοντας μια γυάλινη οροφή για τις γυναίκες σε τομείς έντασης αριθμητικών γνώσεων. Το μισθολογικό χάσμα παραμένει ισχυρό, με τις γυναίκες να κερδίζουν περίπου 14% λιγότερο ανά ώρα από τους άνδρες, ποσοστό που αυξάνεται στο 17% όταν συγκρίνονται εργαζόμενοι με παρόμοια εκπαίδευση και δεξιότητες. Το ποσοστό απασχόλησης των ανδρών υπερβαίνει εκείνο των γυναικών κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες ακόμη και μεταξύ ατόμων με ισοδύναμα προσόντα. Ο επαγγελματικός διαχωρισμός παραμένει έντονος, καθώς μόνο το 29% των εργαζομένων απασχολείται σε θέσεις όπου το φύλο τους αποτελεί μειοψηφία, με το 15% των ανδρών να εργάζεται σε γυναικοκρατούμενα επαγγέλματα και το 13% των γυναικών σε ανδροκρατούμενα.
Η έκθεση αναλύει διεξοδικά τον ρόλο της εκπαίδευσης ενηλίκων, όπου οι ευκαιρίες είναι άνισα κατανεμημένες και συχνά ενισχύουν τα αρχικά χάσματα. Ενώ κατά μέσο όρο δύο στους πέντε ενήλικες συμμετέχουν σε μη τυπική μάθηση, το ποσοστό ανεβαίνει σε τρεις στους πέντε (61%) για τους πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και πέφτει σε μόλις έναν στους πέντε (19%) για όσους δεν έχουν ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Επιπλέον, παρατηρείται ποιοτική διαφοροποίηση στο είδος της κατάρτισης. Οι ενήλικες με γονείς τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τείνουν να συμμετέχουν σε εκπαιδεύσεις που ενισχύουν μεταβιβάσιμες δεξιότητες υψηλής αξίας, όπως η διαχείριση έργων και οι ξένες γλώσσες, ενώ όσοι προέρχονται από λιγότερο προνομιούχα περιβάλλοντα συμμετέχουν συχνότερα σε καταρτίσεις προσανατολισμένες σε συγκεκριμένες εργασίες, όπως ο χειρισμός εξοπλισμού και η ασφάλεια. Αυτή η ανισότητα περιορίζει τις προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης, ειδικά σε μια εποχή όπου οι απαιτήσεις δεξιοτήτων αλλάζουν ραγδαία, με το ένα τέταρτο των θέσεων εργασίας να βιώνει αλλαγές έως και στο 75% των απαιτούμενων δεξιοτήτων μεταξύ 2021 και 2024.
Ένα κρίσιμο εύρημα αφορά το παράδοξο της κοινωνικής κινητικότητας, όπου η εκπαιδευτική πρόοδος δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε επαγγελματική άνοδο. Ενώ μόνο το 12% των ενηλίκων διαθέτει χαμηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης από τους γονείς του, το 36% εργάζεται σε επαγγέλματα με χαμηλότερο κοινωνικό καθεστώς σε σύγκριση με το επάγγελμα των γονιών του. Παράλληλα, γεωγραφικοί παράγοντες συνεχίζουν να επιδρούν, με όσους μεγάλωσαν σε αστικά κέντρα να εμφανίζουν ισχυρότερες δεξιότητες επεξεργασίας πληροφοριών έναντι εκείνων από αγροτικές περιοχές, μια διαφορά που μειώνεται όταν συνυπολογιστεί το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΟΣΑ, Mathias Cormann, τόνισε ότι οι διαφορές στα αποτελέσματα της αγοράς εργασίας εξηγούνται κυρίως από τα κενά στην εκπαίδευση και τη διά βίου μάθηση, καθιστώντας σαφή τον ρόλο των πολιτικών δεξιοτήτων στην προώθηση της ισότητας των ευκαιριών.
Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, ο ΟΟΣΑ προτείνει μια σειρά στοχευμένων δράσεων. Πρωταρχική σύσταση είναι η επένδυση στην προσχολική αγωγή και φροντίδα υψηλής ποιότητας, συνδυασμένη με ολοκληρωμένες υπηρεσίες που συνδέουν την εκπαίδευση με την υγεία για τις μειονεκτούσες οικογένειες. Παράλληλα, προτείνεται η ενίσχυση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και η δημιουργία ευέλικτων συστημάτων μάθησης ενηλίκων που θα είναι προσβάσιμα και ευθυγραμμισμένα με τις ανάγκες της αγοράς εργασίας. Οι χώρες καλούνται να διευκολύνουν την κινητικότητα μέσω αρθρωτών διαπιστευτηρίων (modular credentials) και αναγνώρισης της προηγούμενης μάθησης, καθώς και να υιοθετήσουν μια προσέγγιση με προτεραιότητα στις δεξιότητες (skills-first approach) κατά τις προσλήψεις, με τον δημόσιο τομέα να καλείται να ηγηθεί του παραδείγματος.



