Σε προσωρινή πολιτική συμφωνία κατέληξαν η Προεδρία του Συμβουλίου και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την αναθεώρηση του κανονισμού ελέγχου των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων. Η βασική τομή του νέου πλαισίου είναι η υποχρεωτική πλέον θέσπιση εθνικών μηχανισμών ελέγχου από όλα τα κράτη μέλη, τερματίζοντας το καθεστώς προαιρετικής εφαρμογής. Στόχος είναι η ενίσχυση της ασφάλειας της Ένωσης έναντι κινδύνων από τρίτες χώρες, διατηρώντας παράλληλα ανοικτούς τους διαύλους του παγκόσμιου εμπορίου. Μια κρίσιμη προσθήκη αφορά την επέκταση του πεδίου εφαρμογής στις επενδύσεις που γίνονται μέσω θυγατρικών εταιρειών εντός της ΕΕ, κλείνοντας έτσι τα παραθυράκια που επέτρεπαν την καταστρατήγηση των κανόνων.
Για την επίτευξη ομοιομορφίας, θεσπίζεται ένα κοινό ελάχιστο πεδίο ελέγχου σε ευαίσθητους τομείς που κρίνονται ζωτικής σημασίας. Υπό το νέο καθεστώς, θα ελέγχονται υποχρεωτικά οι επενδύσεις σε στρατιωτικό εξοπλισμό, είδη διπλής χρήσης και υπερ-κρίσιμες τεχνολογίες. Στις τελευταίες περιλαμβάνονται οι κβαντικές τεχνολογίες, οι ημιαγωγοί και η τεχνητή νοημοσύνη, με ειδική στόχευση στην ΤΝ γενικού σκοπού που σχετίζεται με το διάστημα ή την άμυνα, σύμφωνα με τον σχετικό ευρωπαϊκό νόμο. Το δίχτυ προστασίας καλύπτει επίσης τις κρίσιμες πρώτες ύλες, καθώς και σημαντικές οντότητες στους τομείς της ενέργειας, των μεταφορών και των ψηφιακών υποδομών, κατόπιν εκτίμησης κινδύνου του κράτους μέλους υποδοχής.
Η συμφωνία επεκτείνεται και στη θωράκιση των δημοκρατικών θεσμών, εντάσσοντας στον έλεγχο εκλογικές υποδομές, όπως τα συστήματα διαχείρισης εκλογών και οι βάσεις δεδομένων ψηφοφόρων. Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο έλεγχος περιορίζεται σε συγκεκριμένες οντότητες όπως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και συστημικά ιδρύματα, εξαιρώντας ρητά τις κεντρικές τράπεζες. Ο Υπουργός Βιομηχανίας της Δανίας, Morten Bødskov, εκπροσωπώντας την Προεδρία, χαιρέτισε τη συμφωνία τονίζοντας πως επιτεύχθηκε ένα ισορροπημένο πλαίσιο. Όπως δήλωσε, ο νέος κανονισμός εστιάζει στις ευαίσθητες τεχνολογίες και υποδομές προστατεύοντας τη δημόσια τάξη, ενώ παράλληλα σέβεται τα εθνικά προνόμια και διασφαλίζει ότι η Ευρώπη παραμένει ελκυστικός προορισμός για τους επενδυτές.
Στο επίπεδο της διακυβέρνησης, ξεκαθαρίζεται ότι η τελική απόφαση για την έγκριση ή απαγόρευση μιας επένδυσης παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους μέλους. Ωστόσο, ενισχύεται η λογοδοσία μέσω ενός μηχανισμού συνεργασίας και διαφάνειας. Εάν διατυπωθούν σχόλια από άλλα κράτη μέλη ή γνώμη από την Επιτροπή, η εθνική αρχή οφείλει να αιτιολογήσει πώς τα έλαβε υπόψη ή να εξηγήσει τους λόγους διαφωνίας της, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση απόρρητων στοιχείων εθνικής ασφάλειας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναλαμβάνει υποστηρικτικό ρόλο, δυνάμενη να συνδράμει το κράτος μέλος υποδοχής στη διαδικασία συλλογής των απαραίτητων πληροφοριών για την αξιολόγηση της επένδυσης.
Για την πρακτική εφαρμογή του κανονισμού, προβλέπεται η δημιουργία κοινής βάσης δεδομένων για την ανταλλαγή εμπειριών, καθώς και η προαιρετική σύσταση ενιαίας πύλης ηλεκτρονικής υποβολής, εφόσον το αιτηθούν τουλάχιστον εννέα κράτη μέλη. Η συμφωνία αναμένεται να επικυρωθεί τυπικά από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, με τους νέους κανόνες να εφαρμόζονται 18 μήνες μετά την επίσημη έναρξη ισχύος. Η αναθεώρηση αυτή, μέρος του πακέτου οικονομικής ασφάλειας του 2024, έρχεται να διορθώσει τις αποκλίσεις του πλαισίου του 2020 και να θωρακίσει την ΕΕ απέναντι στις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις και τις αναδυόμενες τεχνολογικές απειλές.



