Η αποκατάσταση της ομαλότητας στα ελληνικά αεροδρόμια μετά τις εκτεταμένες καθυστερήσεις της Κυριακής σηματοδοτεί την έναρξη μιας περιόδου εντατικών ερευνών για το «πρωτοφανές περιστατικό», όπως το χαρακτήρισε επίσημα η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ). Παρότι η ροή των πτήσεων επανήλθε στα κανονικά επίπεδα, η διερεύνηση των αιτιών πίσω από τη μαζική παρεμβολή στις επικοινωνίες του FIR Αθηνών παραμένει το κεντρικό ζήτημα για τις αρχές αεροναυτιλίας. Το τεχνικό αυτό ζήτημα, το οποίο επηρέασε τη χωρητικότητα του εναερίου χώρου για αρκετές ώρες, φέρνει στο επίκεντρο την ανάγκη για πλήρη αποσαφήνιση των συνθηκών κάτω από τις οποίες εκδηλώθηκε η ταυτόχρονη αστοχία των κρίσιμων υποδομών επικοινωνίας.
Σύμφωνα με τις επίσημες αναφορές, το περιστατικό εκδηλώθηκε στις 08:59 το πρωί της 4ης Ιανουαρίου, όταν σημειώθηκε μια μαζική παρεμβολή σχεδόν στο σύνολο των συχνοτήτων που χρησιμοποιεί το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών και Μακεδονίας. Ο θόρυβος στις συχνότητες είχε τη μορφή συνεχούς και ακούσιας εκπομπής, ενώ ταυτόχρονα διαπιστώθηκε πτώση των γραμμών Hellas Com και των τηλεφωνικών κυκλωμάτων επιχειρησιακής επικοινωνίας της υπηρεσίας. Οι δυσλειτουργίες επεκτάθηκαν γρήγορα και στις κεντρικές υπηρεσίες της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οι οποίες παρέμειναν χωρίς πρόσβαση στο διαδίκτυο και τηλεφωνία, καθιστώντας τον αρχικό συντονισμό των τεχνικών ομάδων εξαιρετικά δυσχερή για μεγάλο μέρος της ημέρας.
Για την άμεση αντιμετώπιση της κατάστασης, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας σε στενή συνεργασία με το Eurocontrol προχώρησε σε περιορισμό της εναέριας κυκλοφορίας, μειώνοντας τον αριθμό των εξυπηρετούμενων αεροσκαφών σε 35 ανά ώρα. Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας αναγκάστηκαν να αναστείλουν τις απογειώσεις από όλα τα αεροδρόμια της χώρας, ενώ οι πτήσεις που βρίσκονταν ήδη στον αέρα αναδρομολογήθηκαν μέσω γειτονικών FIR. Η μείωση της χωρητικότητας λειτούργησε ως προληπτικό μέτρο ασφαλείας, ενώ το προσωπικό χρησιμοποίησε κάθε διαθέσιμο εφεδρικό μέσο για να καθοδηγήσει τα αεροσκάφη, μέχρι την οριστική αποκατάσταση των συστημάτων και την ανάκληση των σχετικών αγγελιών Notam το απόγευμα της ίδιας ημέρας.
Η τεχνική απόκριση περιέλαβε την κινητοποίηση ηλεκτρονικών μηχανικών για επιτόπιο έλεγχο σε περιφερειακές μονάδες εκπομπής στον Υμηττό, το Πήλιο, τη Θάσο, τα Ακαρνανικά, το Μοναστήρι και τα Γεράνια. Ταυτόχρονα, απογειώθηκε εκτάκτως το ειδικά εξοπλισμένο αεροσκάφος της υπηρεσίας για τη διενέργεια πτήσης ελέγχου του φάσματος των συχνοτήτων από αέρος με τη συνδρομή ειδικού τεχνικού της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων. Οι έρευνες αυτές εστίασαν στον εντοπισμό της πηγής του θορύβου, ο οποίος, σύμφωνα με τις αρχικές ενδείξεις της ΥΠΑ, προερχόταν από τηλεπικοινωνιακές υποδομές, αν και η πλήρης τεκμηρίωση του περιστατικού απαιτεί την ανάλυση των καταγραφών από όλα τα εμπλεκόμενα συστήματα.
Από την ανάλυση των δεδομένων προέκυψε ότι το κρίσιμο πρόβλημα δεν εντοπιζόταν στη λήψη σημάτων από τα αεροσκάφη, αλλά στην αδυναμία μετάδοσης μηνυμάτων από τους ελεγκτές προς τους πιλότους. Οι αρμόδιες υπηρεσίες εξετάζουν το ενδεχόμενο η αστοχία να συνδέεται με τεχνικές εργασίες που είχαν προηγηθεί σε συγκεκριμένο σύνδεσμο μεταφοράς δεδομένων, προκαλώντας εσωτερικές παρεμβολές λόγω έλλειψης επαρκούς εφεδρείας στα συστήματα. Το σενάριο της εξωτερικής απειλής ή της κυβερνοεπίθεσης φαίνεται να απομακρύνεται, καθώς οι έλεγχοι δείχνουν ότι η δυσλειτουργία περιορίστηκε εντός του δικτύου που υποστηρίζει τις αεροπορικές επικοινωνίες, χωρίς ενδείξεις παρέμβασης από εξωτερικούς παράγοντες στο φάσμα των ραδιοσυχνοτήτων.
Σχετικά με την προέλευση του τεχνικού ζητήματος, ο πάροχος ΟΤΕ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία επιβεβαιώνει ότι τα κυκλώματα διασύνδεσης που παρέχει στην υπηρεσία παρέμειναν πλήρως λειτουργικά καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης. Ο οργανισμός διευκρίνισε ότι δεν σχετίζεται με κανένα άλλο σύστημα της αεροναυτιλίας, τονίζοντας ότι οι δικές του υποδομές δεν παρουσίασαν αστοχία. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της διερεύνησης, καθώς η πλήρης λειτουργία των γραμμών διασύνδεσης στρέφει πλέον το ενδιαφέρον των τεχνικών στον εσωτερικό εξοπλισμό διαχείρισης και μεταφοράς του ήχου, αναζητώντας τα αίτια της αστοχίας εντός του συστήματος της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας.
Στον αντίποδα των προβλημάτων της πολιτικής αεροπορίας, η Πολεμική Αεροπορία παρέμεινε ανεπηρέαστη, καθώς διαθέτει ένα εντελώς αυτόνομο και διακριτό δίκτυο διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας. Το στρατιωτικό σύστημα λειτουργεί με δικά του ραντάρ, ανεξάρτητους πομποδέκτες και ξεχωριστά κέντρα ελέγχου, γεγονός που επέτρεψε τη συνέχιση των δραστηριοτήτων αεράμυνας χωρίς καμία εμπλοκή. Αυτό το αυτόνομο σύστημα διαχείρισης, με επιχειρησιακή έδρα τη Λάρισα, προσέφερε μια σταθερή υποδομή κατά τη διάρκεια της κρίσης, αποδεικνύοντας ότι οι τεχνικές αστοχίες στο δίκτυο της πολιτικής αεροπλοΐας δεν επηρεάζουν τη λειτουργικότητα των στρατιωτικών υποδομών, οι οποίες υπάγονται σε διαφορετικό καθεστώς συντήρησης.
Η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας Ελλάδας (ΕΕΕΚΕ) τοποθετήθηκε με δριμεία κριτική, χαρακτηρίζοντας επίσης το συμβάν ως πρωτοφανές και αποδίδοντας τη σοβαρή βλάβη στη χρόνια αδράνεια της διοίκησης και στη λειτουργία απαρχαιωμένων συστημάτων. Οι ελεγκτές υπενθύμισαν παρόμοια περιστατικά απώλειας επικοινωνίας στον λόφο Μερέντα τον περασμένο Αύγουστο, τονίζοντας την ανάγκη για άμεση αντικατάσταση του εξοπλισμού. Σύμφωνα με την ανακοίνωσή τους, η ασφάλεια των πτήσεων διατηρήθηκε αποκλειστικά χάρη στην αυτοθυσία του προσωπικού, το οποίο διαχειρίστηκε την κρίση με χειροκίνητα μέσα υπό συνθήκες υψηλής πίεσης, απαιτώντας πλέον πράξεις και όχι λόγια για τον εκσυγχρονισμό των κρίσιμων υποδομών.
Η κλιμάκωση της διαμαρτυρίας των εργαζομένων περιλαμβάνει την απειλή για άρνηση παροχής υπερεργασίας κατά την επερχόμενη θερινή περίοδο, εάν δεν δρομολογηθούν άμεσα λύσεις για την αναβάθμιση των εργαλείων τους. Η ΕΕΕΚΕ ζήτησε την άμεση διερεύνηση του συμβάντος με τη συμμετοχή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ) και του ΕΟΔΑΣΑΑΑΜ, προκειμένου να καθοριστούν οι ευθύνες για την καθυστέρηση στην ανανέωση του εξοπλισμού. Η στάση αυτή προκαλεί ανησυχία για την επιχειρησιακή συνέχεια κατά την περίοδο αιχμής, καθώς οι ελεγκτές δηλώνουν απρόθυμοι να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους υπό συνθήκες που θεωρούν ανεπαρκείς για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών επικαλείται το Σχέδιο Δράσης με ορίζοντα το 2028, το οποίο περιλαμβάνει 364 δράσεις για τον εκσυγχρονισμό της αεροναυτιλίας. Το πρόγραμμα αυτό, που αναπτύσσεται σε συνεργασία με ευρωπαϊκούς φορείς, εστιάζει στην αναβάθμιση του συστήματος TopSky ATC One και την ανάπτυξη υπηρεσιών Data Link. Σύμφωνα με το Υπουργείο, η προσπάθεια για τον εκσυγχρονισμό των συστημάτων βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, περιλαμβάνοντας την εγκατάσταση ραντάρ Mode S και την εφαρμογή του κανονισμού CP1, με στόχο τη θωράκιση του FIR Αθηνών απέναντι σε μελλοντικές τεχνικές αστοχίες και την ενίσχυση της διεθνούς αξιοπιστίας της χώρας.
Με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών Χρίστου Δήμα συγκροτείται Ειδική Επιτροπή, έργο της οποίας θα είναι να αποσαφηνιστούν τα ακριβή αίτια του προβλήματος. Η Επιτροπή, υπό τον Διοικητή της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας Χρήστο Τσίτουρα, θα αποτελείται από τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας Μιχάλη Μπλέτσα, τον Μηχανικό Επικοινωνιών Επιτελής ΓΕΕΘΑ, Συνταγματάρχη Δημήτριο Ζαμπακόλα, τον υποδιευθυντή εποπτείας φάσματος της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), Νίκο Ηγουμενίδη, καθώς και από εκπρόσωπο του EUROCONTROL. Τέλος, την παρέμβαση του προϊσταμένου της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Αθηνών προκάλεσε το black out. Ο Αριστείδης Κορέας διέταξε τη διενέργεια κατεπείγουσας προκαταρκτικής έρευνας, η οποία θα διεξαχθεί από το τμήμα ηλεκτρονικού εγκλήματος. Σκοπός της έρευνας είναι η διερεύνηση της τέλεσης του αδικήματος των επικίνδυνων παρεμβάσεων στη συγκοινωνία αεροσκαφών, αλλά και το πώς προκλήθηκαν οι παρεμβολές σε όλες σχεδόν τις συχνότητες του FIR Αθηνών.



