Τα στοιχεία που προκύπτουν από την εορταστική αγορά δεν επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες του εμπορικού κόσμου για ανάκαμψη, σύμφωνα με την επίσημη τοποθέτηση του προέδρου της ΕΣΕΕ, Σταύρου Καφούνη. Όπως επισημαίνεται, οι χαμηλές επιδόσεις της περιόδου δεν κάλυψαν τις απώλειες του προηγούμενου έτους, οδηγώντας σε αναβολή επενδύσεων και νέων προσλήψεων. Ο κ. Καφούνης τονίζει ότι οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν ένα εκρηκτικό μείγμα προκλήσεων, το οποίο περιλαμβάνει το αυξημένο λειτουργικό κόστος, τις συσσωρευμένες οικονομικές υποχρεώσεις και τον αθέμιτο ανταγωνισμό από πλατφόρμες τρίτων χωρών. Χωρίς την άμεση λήψη μέτρων στήριξης για τη χρηματοδότηση και τη φορολογική ελάφρυνση, το 2026 προδιαγράφεται ως έτος δοκιμασίας για τη βιωσιμότητα χιλιάδων εμπορικών μονάδων.
Βάσει των ευρημάτων της έρευνας του Ινστιτούτου της ΕΣΕΕ, η πλειονότητα των εμπορικών επιχειρήσεων κατέγραψε αρνητικό πρόσημο κατά την εορταστική περίοδο. Συγκεκριμένα, το 52% των επιχειρήσεων δήλωσε χαμηλότερες πωλήσεις συγκριτικά με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, ενώ το 32% κινήθηκε στα ίδια επίπεδα. Αξίζει να σημειωθεί πως διαφοροποίηση παρατηρήθηκε ανάλογα με τον κλάδο, καθώς τα καταστήματα τροφίμων εμφάνισαν σαφώς καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες αγαθών. Η συρρίκνωση του τζίρου επιβεβαιώνεται και από την ανάλυση του μεγέθους της πτώσης, καθώς από όσους κατέγραψαν μείωση, το 46% είδε πτώση έως 10% και το 34% απώλειες της τάξεως του 11% έως 20%.
Αρνητικό πρόσημο στην εορταστική αγοραστική κίνηση
Αναγόμενα στο σύνολο του δείγματος, τα στοιχεία δείχνουν ότι τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις, ήτοι το 42%, υπέστησαν μείωση τζίρου που φτάνει έως και το 20%. Αναφορικά με την επισκεψιμότητα στα φυσικά καταστήματα, η ικανοποίηση των εμπόρων παραμένει περιορισμένη. Το 41% των ερωτηθέντων δηλώνει μέτρια ικανοποιημένο, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό της τάξεως του 33% εκφράζει μικρή έως καθόλου ικανοποίηση. Ως προς τη χρονική κατανομή της κίνησης, επιβεβαιώθηκε η τάση που παρατηρήθηκε και πέρυσι, με την αγοραστική κορύφωση να εντοπίζεται για το 40% των επιχειρήσεων στο διάστημα μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, αντί του διαστήματος που προηγείται των εορτών.
Οι εμπορικές επιχειρήσεις φαίνεται να είχαν προεξοφλήσει τη μειωμένη ζήτηση, προσαρμόζοντας ανάλογα την προμήθεια των αποθεμάτων τους. Περισσότερες από τέσσερις στις δέκα επιχειρήσεις (43%) διατήρησαν τον ίδιο όγκο παραγγελιών με πέρυσι, ενώ το 30% προμηθεύτηκε μικρότερες ποσότητες εμπορευμάτων. Παράλληλα, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα των καταναλωτών και η αβεβαιότητα της αγοράς ώθησαν το 42% των επιχειρήσεων να προχωρήσουν σε προσφορές ή εκπτώσεις μέσα στην εορταστική περίοδο. Από αυτές τις επιχειρήσεις, σχεδόν οι μισές (48%) προέβησαν σε μειώσεις τιμών που κυμάνθηκαν από 11% έως 20%, σε μια προσπάθεια τόνωσης της αγοραστικής κίνησης.
Η ανάλυση της καταναλωτικής συμπεριφοράς αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα ισορροπία στις προτιμήσεις του κοινού κατά την εορταστική περίοδο. Τα ποσοστά προτίμησης μεταξύ ακριβών και φθηνών προϊόντων ήταν σχεδόν ισοδύναμα, με το 48% να στρέφεται σε ακριβότερα είδη και το 49% σε οικονομικότερες επιλογές. Ταυτόχρονα, η ψηφιακή ωριμότητα των συναλλαγών παγιώνεται, καθώς ο τρόπος πληρωμής έχει μεταβληθεί ριζικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, μόλις στο 13% των επιχειρήσεων οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν κυρίως με μετρητά, γεγονός που πιστοποιεί την κυριαρχία των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμής στην ελληνική αγορά.
Προκλήσεις ρευστότητας και απαισιοδοξία για το μέλλον
Οι εκτιμήσεις για το σύνολο του έτους 2025 είναι αποθαρρυντικές, καθώς σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (49%) αναφέρουν μείωση πωλήσεων, έναντι μόλις του 15% που διαπίστωσε ανοδική πορεία. Το κλίμα αυτό επηρεάζει άμεσα και τις προσδοκίες για το άμεσο μέλλον, συγκεκριμένα για την περίοδο των χειμερινών εκπτώσεων του 2026. Το 47% των ερωτηθέντων προβλέπει ότι οι πωλήσεις θα κινηθούν σε χαμηλά επίπεδα, ενώ το 35% αναμένει μέτρια κίνηση. Η επιφυλακτικότητα αυτή πηγάζει από τη γενικότερη οικονομική στενότητα που πλήττει την αγορά και περιορίζει τη δυναμική της κατανάλωσης.
Τα κυριότερα προβλήματα που ιεραρχούν οι επιχειρήσεις ως μείζονες προκλήσεις περιλαμβάνουν το λειτουργικό κόστος, τη μείωση της καταναλωτικής δαπάνης και την αύξηση του κόστους των προμηθευτών. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη δυσκολία διαχείρισης των ανατιμήσεων, αλλά και στις συσσωρευμένες οφειλές. Είναι χαρακτηριστικό πως μία στις τρεις εμπορικές επιχειρήσεις δηλώνει ότι δεν έχει καταφέρει να καλύψει πλήρως τις τρέχουσες υποχρεώσεις της προς την Εφορία και τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Το στοιχείο αυτό υπογραμμίζει την έλλειψη ρευστότητας και την ανάγκη για δομικές παρεμβάσεις στήριξης του εμπορικού κλάδου.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο των τηλεφωνικών συνεντεύξεων και τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου, στο χρονικό διάστημα από 7 έως 9 Ιανουαρίου 2026. Το δείγμα αποτέλεσαν 205 επιχειρήσεις, επιλεγμένες μέσω πανελλαδικής στρωματοποιημένης δειγματοληψίας για την εξασφάλιση της αντιπροσωπευτικότητας. Η κατανομή έγινε βάσει γεωγραφικής περιοχής και δραστηριότητας, σύμφωνα με το μητρώο της ΕΛΣΤΑΤ. Καλύφθηκαν κλάδοι όπως τα εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων, ο οικιακός εξοπλισμός, η ένδυση-υπόδηση, καθώς και το υπόλοιπο λιανικό εμπόριο, που περιλαμβάνει βιβλιοπωλεία, παιχνίδια, καλλυντικά και λοιπά είδη.



