Η παγκόσμια αγορά εργασίας παρουσιάζει μια εικόνα σταθερότητας ως προς τα ποσοστά ανεργίας, ωστόσο η πρόοδος προς την αξιοπρεπή εργασία έχει ουσιαστικά παγώσει, σύμφωνα με τη νέα έκθεση της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) για τις Τάσεις Απασχόλησης 2026. Το ποσοστό της παγκόσμιας ανεργίας προβλέπεται να παραμείνει αμετάβλητο στο 4,9% τόσο για το τρέχον έτος όσο και για το επόμενο, αριθμός που αντιστοιχεί σε περίπου 186 εκατομμύρια ανέργους. Παράλληλα, το ευρύτερο κενό θέσεων εργασίας, που αποτελεί δείκτη της υποχρησιμοποίησης του εργατικού δυναμικού, υπολογίζεται ότι θα αγγίξει τα 408 εκατομμύρια άτομα. Η ανάπτυξη της απασχόλησης αναμένεται να είναι άνιση, με ρυθμό 3,1% στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, έναντι μόλις 0,5% στις χώρες ανώτερου-μεσαίου εισοδήματος, ενώ στις πλούσιες οικονομίες προβλέπεται μείωση. Επιπλέον, λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, το ποσοστό συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό αναμένεται να μειωθεί στο 60,5% έως το 2027.
Το γεγονός ότι κάποιος εργάζεται δεν εξασφαλίζει απαραίτητα την απομάκρυνση από τη φτώχεια ή την εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης, καθώς 284 εκατομμύρια εργαζόμενοι ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, κερδίζοντας λιγότερο από 2,85 ευρώ (3 δολάρια) την ημέρα. Η βελτίωση στην ποιότητα της απασχόλησης έχει επιβραδυνθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες, με το μερίδιο των εργαζομένων σε ακραία φτώχεια να μειώνεται μόλις κατά 3,1 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2015 και 2025. Ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι περίπου 2,1 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα εργάζονται στον ανεπίσημο τομέα (παραοικονομία) εντός του 2026. Το παγκόσμιο ποσοστό της ανεπίσημης εργασίας αυξήθηκε μάλιστα κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες στο διάστημα 2015-2025, αφήνοντας δισεκατομμύρια εργαζομένους με περιορισμένη πρόσβαση σε κοινωνική προστασία, εργασιακά δικαιώματα και ασφάλεια.
Προκλήσεις για τη νεολαία και τεχνητή νοημοσύνη
Η κατάσταση για τους νέους στην παγκόσμια αγορά εργασίας περιγράφεται ως εξαιρετικά δύσκολη. Το παγκόσμιο ποσοστό ανεργίας των νέων αυξήθηκε ελαφρώς στο 12,4% το 2025, ενώ το ποσοστό των νέων που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (NEET) έφτασε το 20,0%, που αντιστοιχεί σε 257 εκατομμύρια νέους. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, η κατάσταση είναι πιο δραματική, καθώς το ποσοστό των νέων εκτός εκπαίδευσης και εργασίας αγγίζει το 27,9%, δημιουργώντας ένα χάσμα 17 μονάδων σε σχέση με τις πλούσιες χώρες. Επιπλέον, η έκθεση προειδοποιεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση ενδέχεται να δυσχεράνουν την εύρεση εργασίας ακόμη και για τους μορφωμένους νέους στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος, ζητώντας στενή παρακολούθηση της τεχνολογίας.
Δεν υπάρχουν ενθαρρυντικά στοιχεία για την ισότητα των φύλων στον εργασιακό χώρο, καθώς τα κοινωνικά πρότυπα και τα στερεότυπα παραμένουν βαθιά ριζωμένα. Οι γυναίκες έχουν σήμερα 24,2 ποσοστιαίες μονάδες λιγότερες πιθανότητες από τους άνδρες να συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό, ενώ αποτελούν μόλις τα δύο πέμπτα της παγκόσμιας απασχόλησης. Ταυτόχρονα, η παγκόσμια οικονομία σημαδεύτηκε από αναταραχές στους κανόνες του διεθνούς εμπορίου και στους δασμολογικούς συντελεστές, με επικεφαλής τις Ηνωμένες Πολιτείες. Το διεθνές εμπόριο υποστηρίζει περίπου 465 εκατομμύρια εργαζομένους, εκ των οποίων 278 εκατομμύρια βρίσκονται στην Ασία και τον Ειρηνικό. Αξιοσημείωτο είναι πως το εμπόριο ψηφιακά παρεχόμενων υπηρεσιών διπλασιάστηκε την τελευταία δεκαετία, αντιπροσωπεύοντας πλέον το 14,5% των παγκόσμιων εξαγωγών για το 2024.
Εμπορική αβεβαιότητα και περιφερειακές ανισότητες
Η αβεβαιότητα στην εμπορική πολιτική μειώνει τις αποδόσεις της εργασίας και τους πραγματικούς μισθούς. Οι μεγαλύτερες απώλειες εισοδήματος, που φτάνουν το 0,45%, καταγράφονται στη Νοτιοανατολική Ασία, ωστόσο απώλειες της τάξης του 0,3% παρατηρούνται επίσης στην Ευρώπη και τη Νότια Ασία. Στην υποσαχάρια Αφρική, ο αριθμός των αξιοπρεπών θέσεων εργασίας αδυνατεί να συμβαδίσει με την ταχεία πληθυσμιακή αύξηση. Περίπου 9 στους 10 εργαζομένους στην περιοχή απασχολούνται στην παραοικονομία, ενώ η φτώχεια στην εργασία είναι εκτεταμένη, με πάνω από τους μισούς εργαζόμενους να ζουν κάτω από το όριο της μέτριας φτώχειας. Στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική, παρότι η απασχόληση αυξήθηκε κατά 4,4 εκατομμύρια, το 51,1% του συνόλου των θέσεων εργασίας παραμένει ανεπίσημο, ενώ η ανεργία των νέων είναι υψηλή στο 11,9%, σχεδόν τριπλάσια από το ποσοστό των ενηλίκων (4,3%).
Στα Αραβικά Κράτη παρατηρούνται έντονες διαφοροποιήσεις. Στις οικονομίες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας το 2025 ήταν 39,5% έναντι 86,7% των ανδρών. Στις οικονομίες εκτός GCC, το χάσμα είναι ακόμα ευρύτερο, με τη συμμετοχή των ανδρών να φτάνει το 66,1% και των γυναικών μόλις το 10,8%. Το συνολικό ποσοστό ανεργίας στην περιοχή παρέμεινε αμετάβλητο στο 9,5%. Ενώ οι χώρες του Κόλπου προχωρούν ταχύτατα σε στρατηγικές ψηφιοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης, οι υπόλοιπες οικονομίες της περιοχής υστερούν σημαντικά λόγω αδύναμων υποδομών και έλλειψης επενδύσεων. Στη Βόρεια Αμερική, η αύξηση της απασχόλησης επιβραδύνεται, οι κενές θέσεις μειώνονται και τα ποσοστά ανεργίας αναμένεται να αυξηθούν μεσοπρόθεσμα.
Η αγορά εργασίας σε Ασία και Ευρώπη
Στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού, η ανεργία μειώθηκε στο 4,1%. Η απασχόληση στη μεταποίηση παραμένει κρίσιμης σημασίας, αποτελώντας το 16,1% της συνολικής απασχόλησης στην περιοχή και φτάνοντας το 20% στην Ανατολική Ασία. Ωστόσο, στην Κίνα η ανεργία των νέων στις αστικές περιοχές έφτασε το 17,8%. Στην Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, η ανεργία παραμένει σταθερή στο 5,5%, αλλά η γήρανση του πληθυσμού θέτει μακροπρόθεσμους κινδύνους. Η παραοικονομία παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις εντός της περιοχής: αφορά το 31,5% των εργαζομένων στην Κεντρική και Δυτική Ασία, το 13,8% στην Ανατολική Ευρώπη και μόλις το 3,6% στη Βόρεια, Νότια και Δυτική Ευρώπη.
Απαντώντας στα ευρήματα της έκθεσης, ο Γενικός Διευθυντής της ILO, Ζιλμπέρ Ουνγκμπό, κάλεσε σε συντονισμένη δράση και ενίσχυση των θεσμών για την προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Σημείωσε ότι το μερίδιο του εισοδήματος εργασίας παγκοσμίως, που βρισκόταν στο 52,6% το 2025, παραμένει κάτω από τα επίπεδα του 2019, υποδεικνύοντας ότι η αύξηση των πραγματικών μισθών δεν ακολουθεί την παραγωγικότητα. Ο κ. Ουνγκμπό τόνισε χαρακτηριστικά: «Αν οι κυβερνήσεις, οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι δεν δράσουν από κοινού για να αξιοποιήσουν την τεχνολογία υπεύθυνα και να επεκτείνουν τις ευκαιρίες ποιοτικής εργασίας, τα ελλείμματα αξιοπρεπούς εργασίας θα παραμείνουν και η κοινωνική συνοχή θα τεθεί σε κίνδυνο».



