Η ετήσια έκθεση Workmonitor 2026 της Randstad, η οποία αντλεί δεδομένα από περισσότερους από 27.000 εργαζόμενους και 1.225 εργοδότες σε 35 αγορές παγκοσμίως, αποκαλύπτει ένα βαθύ χάσμα εμπιστοσύνης στην παγκόσμια αγορά εργασίας. Παρόλο που το 95% των εργοδοτών δηλώνει αισιόδοξο για την επιχειρηματική ανάπτυξη κατά το τρέχον έτος, μόλις το 51% των ταλέντων συμμερίζεται αυτή την αισιοδοξία. Η έρευνα, η οποία διεξήχθη τον Οκτώβριο του 2025, δείχνει ότι το εργατικό δυναμικό βρίσκεται υπό καθεστώς έντονης πίεσης, με φόντο την παγκόσμια αστάθεια και τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις. Στην Ελλάδα, το χάσμα αυτό είναι ακόμη πιο έντονο, καθώς ενώ το 100% των εργοδοτών αναμένει ανάπτυξη, μόνο το 38% των εργαζομένων συμφωνεί με αυτή την πρόβλεψη.
Η ψευδαίσθηση ασφαλείας απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη
Ένα από τα κεντρικά ευρήματα της έκθεσης αφορά το αποκαλούμενο «χάσμα πραγματικότητας» σχετικά με την Τεχνητή Νοημοσύνη. Παρά τον επιταχυνόμενο ψηφιακό μετασχηματισμό, ένας στους πέντε εργαζόμενους (21%) πιστεύει εσφαλμένα ότι τα καθήκοντά του δεν θα επηρεαστούν καθόλου από την AI. Την ίδια στιγμή, σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι (47%) εκφράζουν την ανησυχία ότι η εφαρμογή της AI θα ωφελήσει περισσότερο τις επιχειρήσεις παρά τους ίδιους. Στην Ελλάδα, το ποσοστό των εργαζομένων που πιστεύουν ότι η υιοθέτηση της AI θα ωφελήσει κυρίως τις εταιρείες ανέρχεται στο 50%, ενώ το 57% θεωρεί ότι η τεχνολογία βοηθά τη δική του παραγωγικότητα, ποσοστό χαμηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 62%.
Τα στοιχεία από τις αγγελίες εργασίας επιβεβαιώνουν τη ραγδαία στροφή των εργοδοτών προς την τεχνολογία, διαψεύδοντας την εφησυχασμό μερίδας των εργαζομένων. Κατά τη διάρκεια του 2025, οι θέσεις εργασίας που απαιτούν δεξιότητες σχετικές με «AI Agent» εκτοξεύτηκαν κατά 1.587%, ενώ η ζήτηση για «AI Trainers» αυξήθηκε κατά 247%, υποδεικνύοντας ένα μέλλον όπου οι άνθρωποι θα εκπαιδεύουν τις μηχανές. Επιπλέον, η ζήτηση για τη δεξιότητα του «prompt engineering» ως βασικό προσόν σε όλες τις λειτουργίες σημείωσε εκρηκτική άνοδο της τάξεως του 403%. Το 65% των εργαζομένων αναγνωρίζει πλέον την ανάγκη για αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling), ενώ περισσότεροι από τους μισούς (52%) αναζητούν ενεργά τρόπους να διασφαλίσουν το επαγγελματικό τους μέλλον αυτόνομα.
Το τέλος της γραμμικής επαγγελματικής εξέλιξης
Η έρευνα καταγράφει μια θεμελιώδη αλλαγή στον τρόπο που αντιλαμβάνονται την καριέρα τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι επιχειρήσεις. Το 72% των εργοδοτών χαρακτηρίζει πλέον την παραδοσιακή «εταιρική σκάλα» ως ξεπερασμένο μοντέλο, άποψη που συμμερίζεται και μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού. Μόνο το 41% των ταλέντων επιθυμεί να ακολουθήσει μια παραδοσιακή γραμμική πορεία, ενώ οι υπόλοιποι στρέφονται προς τις «καριέρες χαρτοφυλακίου» (portfolio careers), διαφοροποιώντας το ρίσκο τους. Στην Ελλάδα, το 39% των εργαζομένων εξακολουθεί να επιθυμεί μια παραδοσιακή καριέρα, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό του 34% δηλώνει προτίμηση στην εναλλαγή διαφορετικών ρόλων και κλάδων κατά τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου.
Οι οικονομικές πιέσεις και το αυξημένο κόστος διαβίωσης έχουν οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά των εργαζομένων παγκοσμίως. Το 40% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι έχει ήδη αναλάβει μια δεύτερη εργασία, ενώ περισσότεροι από το ένα τρίτο (36%) σχεδιάζουν να αυξήσουν τις ώρες εργασίας στην τρέχουσα θέση τους. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά αυτά είναι σημαντικά υψηλότερα, με το 51% των εργαζομένων να δηλώνει ότι έχει αναλάβει ή αναζητά δεύτερη εργασία για να ανταπεξέλθει στα έξοδα. Παράλληλα, το 38% των εργαζομένων παγκοσμίως επιδιώκει διαφορετικούς τύπους εργασίας κατά τη διάρκεια της καριέρας του, απομακρυνόμενο από την έννοια της μονιμότητας σε έναν ρόλο.
Η ισορροπία ως κρίσιμος παράγοντας διατήρησης
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας αφορά τη διάκριση μεταξύ των παραγόντων που προσελκύουν ταλέντα και αυτών που τα διατηρούν. Ενώ οι οικονομικές απολαβές παραμένουν το κορυφαίο κίνητρο για την αναζήτηση εργασίας για το 81% των ταλέντων, η ισορροπία επαγγελματικής-προσωπικής ζωής αναδεικνύεται ως ο κυριότερος λόγος παραμονής σε μια θέση. Συγκεκριμένα, το 46% των εργαζομένων αναφέρει την ισορροπία ως τον βασικό παράγοντα διατήρησης, έναντι μόλις 23% που αναφέρει τον μισθό. Στην Ελλάδα, το 41% των εργαζομένων δηλώνει ότι παραιτήθηκε από εργασία επειδή δεν ταίριαζε με την προσωπική του ζωή, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 39%.
Η εμπιστοσύνη προς την ανώτατη ηγεσία των επιχειρήσεων παρουσιάζει πτώση, υποχωρώντας από το 77% στο 72% σε παγκόσμιο επίπεδο, με τη Γενιά Z να εμφανίζεται ακόμη πιο δύσπιστη (67%). Αντίθετα, οι εργαζόμενοι στρέφονται προς τους άμεσους προϊσταμένους τους για σταθερότητα. Το 72% δηλώνει ότι έχει ισχυρή σχέση με τον μάνατζέρ του, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το 64% του 2024. Το 60% των εργαζομένων αναζητά επιβεβαίωση από τον προϊστάμενό του εν μέσω της εξωτερικής αβεβαιότητας. Στην Ελλάδα, ωστόσο, το ποσοστό των εργαζομένων που αναφέρουν ισχυρή σχέση με τον μάνατζέρ τους ανέρχεται στο 65%, χαμηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Η διαγενεακή συνεργασία αναδεικνύεται ως ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία για τις σύγχρονες επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης. Το 95% των εργοδοτών παγκοσμίως πιστεύει ότι οι πολυγενεακές ομάδες βελτιώνουν την παραγωγικότητα. Αυτή η άποψη βρίσκει σύμφωνους και τους εργαζόμενους, καθώς το 78% δηλώνει ότι μαθαίνει ήπιες δεξιότητες (soft skills) από παλαιότερους συναδέλφους, ενώ το 72% αναφέρει ότι διδάσκεται δεξιότητες τεχνολογίας και AI από τη Γενιά Z και τους Millennials. Στην Ελλάδα, το 100% των εργοδοτών υπογραμμίζει την αξία της διαγενεακής ποικιλομορφίας ως μοχλό παραγωγικότητας, επιβεβαιώνοντας την ανάγκη για σύνθεση εμπειριών.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Randstad, Sander van ‘t Noordende, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, τόνισε ότι οι αγορές εργασίας βρίσκονται υπό τεράστια πίεση και η επιτυχία θα ανήκει σε όσους προσαρμοστούν. Υπογράμμισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εργαλείο επαύξησης εργασιών και όχι αντικατάστασης, αναδεικνύοντας τη σημασία των ρόλων που απαιτούν ανθρώπινη παρέμβαση. Πρόσθεσε ότι οι παραδοσιακοί στόχοι καριέρας αλλάζουν, με τα ταλέντα και τους οργανισμούς να αντιλαμβάνονται την επιτυχία με μεγαλύτερη ευελιξία, ενώ η ανθρώπινη σύνδεση παραμένει πυρήνας των οργανισμών, με τους μάνατζερ να αναλαμβάνουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της σταθερότητας κατά τη διάρκεια αυτής της μεγάλης προσαρμογής.



