Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αναλάβει πλέον τα ηνία στην παγκόσμια ανάπτυξη νέων μονάδων παραγωγής ενέργειας από φυσικό αέριο, ξεπερνώντας την Κίνα και συγκεντρώνοντας σχεδόν το ένα τέταρτο του συνολικού παγκόσμιου προγραμματισμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Global Oil and Gas Plant Tracker (GOGPT), η εκρηκτική αυτή άνοδος τροφοδοτείται κυρίως από τις ραγδαία αυξανόμενες ενεργειακές ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι περισσότερο από το ένα τρίτο της νέας ισχύος που σχεδιάζεται, προορίζεται να τροφοδοτεί απευθείας και επιτόπου (on-site) κέντρα δεδομένων, παρακάμπτοντας εν μέρει το δημόσιο δίκτυο, ενώ πολλά ακόμη έργα συνδεδεμένα στο δίκτυο δρομολογούνται για να καλύψουν την αναμενόμενη ζήτηση.
Βάσει των νέων δεδομένων που δημοσίευσε ο οργανισμός Global Energy Monitor (GEM), οι ΗΠΑ τριπλασίασαν σχεδόν την ισχύ φυσικού αερίου που βρίσκεται υπό ανάπτυξη κατά τη διάρκεια του 2025, φτάνοντας συνολικά τα 252 γιγαβάτ (GW). Εάν υλοποιηθεί το σύνολο των μονάδων που βρίσκονται σε στάδιο ανακοίνωσης, προ-κατασκευής ή κατασκευής, ο υφιστάμενος στόλος φυσικού αερίου της χώρας θα αυξηθεί κατά σχεδόν 50%. Το οικονομικό μέγεθος αυτού του εγχειρήματος είναι τεράστιο, με τις εκτιμώμενες κεφαλαιουχικές δαπάνες να ξεπερνούν τα 399 δισ. ευρώ (416 δισ. δολάρια), σηματοδοτώντας μια μαζική στροφή επενδύσεων προς τις υποδομές ορυκτών καυσίμων για την υποστήριξη της τεχνολογίας.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ισχύς παραγωγής ενέργειας από φυσικό αέριο που βρίσκεται υπό ανάπτυξη αυξήθηκε κατά 31% το 2025, προσθέτοντας 249 GW και φτάνοντας συνολικά τα 1.047 GW. Παρόλο που οι ΗΠΑ προηγούνται στη συνολική υπό ανάπτυξη ισχύ, η Κίνα διατηρεί οριακό προβάδισμα στα έργα που βρίσκονται ήδη υπό κατασκευή, με 30,9 GW. Μάλιστα, η Κίνα κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ το 2025, εγκαθιστώντας 22,4 GW νέας ισχύος φυσικού αερίου σε ένα μόνο έτος, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ένα τρίτο της παγκόσμιας νέας ισχύος (60,4 GW) που τέθηκε σε λειτουργία την περασμένη χρονιά.
Το Τέξας ως επίκεντρο της ενεργειακής επέκτασης
Το Τέξας αναδεικνύεται στο απόλυτο επίκεντρο αυτής της κατασκευαστικής έκρηξης στις ΗΠΑ, καθώς συγκεντρώνει σχεδόν το ένα τρίτο του εθνικού σχεδιασμού με 80,6 GW ισχύος υπό ανάπτυξη. Το μέγεθος αυτό είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των επόμενων επτά πολιτειών μαζί και παρουσιάζει σχεδόν τετραπλάσια αύξηση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Είναι αξιοσημείωτο ότι, αν το Τέξας ήταν ανεξάρτητη χώρα, θα είχε περισσότερη ισχύ αερίου υπό ανάπτυξη από οποιοδήποτε άλλο κράτος πλην της Κίνας. Περίπου 40 GW από αυτή την ισχύ σχεδιάζονται αποκλειστικά για την τροφοδοσία data centers, αντικατοπτρίζοντας την τεράστια «όρεξη» της πολιτείας για προσέλκυση τεχνολογικών κολοσσών.
Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτού του σχεδιασμού αναμένονται δραματικές, καθώς έρχονται σε αντίθεση με τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων για την ανάγκη σταδιακής κατάργησης των ορυκτών καυσίμων. Σύμφωνα με την έκθεση, τα έργα φυσικού αερίου που βρίσκονται υπό ανάπτυξη στις ΗΠΑ, εφόσον ολοκληρωθούν, θα παράγουν 12,1 δισ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Το ποσό αυτό είναι διπλάσιο από τις τρέχουσες ετήσιες εκπομπές των ΗΠΑ από όλες τις πηγές. Παγκοσμίως, η προγραμματισμένη επέκταση του αερίου θα επιβαρύνει την ατμόσφαιρα με 53,2 δισ. τόνους ρύπων, επιδεινώνοντας φαινόμενα όπως οι καύσωνες και οι πλημμύρες.
Πολιτικές πιέσεις και αντιδράσεις για το κόστος
Η ραγδαία επέκταση των κέντρων δεδομένων έχει προκαλέσει αύξηση στους λογαριασμούς ρεύματος για πολλά αμερικανικά νοικοκυριά, δημιουργώντας πολιτικό πονοκέφαλο παρά τις υποσχέσεις του Τραμπ για μείωση του ενεργειακού κόστους. Παραδείγματα αυτής της τάσης είναι η κατασκευή κέντρου δεδομένων αξίας 1,44 δισ. ευρώ (1,5 δισ. δολάρια) από τη Meta στο Ελ Πάσο, το οποίο θα τροφοδοτείται με αέριο, καθώς και η περίπτωση στο Homer City της δυτικής Πενσυλβάνια. Εκεί, μια παροπλισμένη μονάδα άνθρακα πρόκειται να αναστηθεί ως η μεγαλύτερη εγκατάσταση φυσικού αερίου στις ΗΠΑ για την εξυπηρέτηση ενός campus δεδομένων. Το σχέδιο για την έκταση 3.200 στρεμμάτων έχει διχάσει την τοπική κοινωνία.
Παρά τον προγραμματισμό-μαμούθ, η παγκόσμια επέκταση του φυσικού αερίου αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια λόγω περιορισμών στην παραγωγή στροβίλων. Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι κατασκευαστές αντιμετωπίζουν ανεκτέλεστα υπόλοιπα παραγγελιών που φτάνουν πλέον έως το 2030. Εταιρείες όπως οι GE Vernova, Siemens και Mitsubishi διατηρούν την κυριαρχία τους, κατέχοντας συλλογικά πάνω από το 75% της αγοράς για έργα με καθορισμένο κατασκευαστή. Ωστόσο, τα δύο τρίτα των έργων που βρίσκονται υπό ανάπτυξη δεν έχουν ακόμη εξασφαλίσει κατασκευαστή, γεγονός που ενδέχεται να περιορίσει την κλίμακα υλοποίησης.
Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει έτος-ρεκόρ για τα νέα έργα φυσικού αερίου. Εάν τεθεί σε λειτουργία όλη η προγραμματισμένη ισχύς, θα ξεπεραστεί το προηγούμενο ιστορικό ρεκόρ των 100 GW που είχε σημειωθεί το 2002, στο απόγειο της έκρηξης του σχιστολιθικού αερίου στις ΗΠΑ. Ωστόσο, ο συνδυασμός του υψηλού κόστους, των καθυστερήσεων στην αλυσίδα εφοδιασμού και των μεγάλων ουρών αναμονής για σύνδεση στο δίκτυο, δημιουργεί ένα περίπλοκο τοπίο για την υλοποίηση αυτών των φιλόδοξων ενεργειακών σχεδίων που στοχεύουν στην υποστήριξη της τεχνητής νοημοσύνης.



