Η φετινή Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου (MSC), η οποία διεξάγεται από τις 13 έως τις 15 Φεβρουαρίου στη Βαυαρία, λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή αβεβαιότητα και θεμελιώδη ερωτήματα για το μέλλον της διεθνούς κοινότητας. Στον πρόλογο της νεοσύστατης έκθεσης «Munich Security Report 2026», ο πρόεδρος της διάσκεψης, Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, επισημαίνει ότι σπάνια στην πρόσφατη ιστορία έχουν τεθεί ταυτόχρονα τόσα κρίσιμα ζητήματα, τα οποία αφορούν την ευρωπαϊκή ασφάλεια και την ανθεκτικότητα της διατλαντικής εταιρικής σχέσης. Η έκθεση υιοθετεί μια σκληρή διάγνωση για την τρέχουσα γεωπολιτική πραγματικότητα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι ο κόσμος έχει εισέλθει σε μια περίοδο που κυριαρχείται από την «πολιτική της κατεδάφισης», όπου οι σαρωτικές καταστροφές προτιμώνται έναντι των προσεκτικών μεταρρυθμίσεων.
Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, η πιο εξέχουσα πολιτική δύναμη που προωθεί αυτή την αποδόμηση είναι η τρέχουσα κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Περισσότερα από 80 χρόνια μετά την έναρξη της οικοδόμησής της, η διεθνής τάξη που δημιουργήθηκε μετά το 1945 υπό την ηγεσία των ΗΠΑ βρίσκεται πλέον υπό διαδικασία καταστροφής, με την Ουάσιγκτον να αμφισβητεί ανοιχτά τις δομές που η ίδια θεσμοθέτησε. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι αυτή η μεταστροφή δεν αφορά μεμονωμένες αποφάσεις, αλλά μια ευρύτερη αλλαγή κατεύθυνσης που απορρίπτει τη διακομματική συναίνεση του φιλελεύθερου διεθνισμού, η οποία καθοδηγούσε επί δεκαετίες την υψηλή στρατηγική των ΗΠΑ, επηρεάζοντας άμεσα συμμάχους και διεθνείς οργανισμούς.
Παρά την έντονη κριτική, η έκθεση αναγνωρίζει ότι για τους υποστηρικτές του Αμερικανού Προέδρου, η λεγόμενη «πολιτική της μπουλντόζας» αποτελεί μια σαφή υπόσχεση για το σπάσιμο της θεσμικής αδράνειας και την επιβολή λύσεων σε αδιέξοδα. Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της προσέγγισης αναφέρονται η επίτευξη των στόχων για τις αμυντικές δαπάνες του ΝΑΤΟ, καθώς και η πρόσφατη συμφωνία για την εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς. Ωστόσο, εκφράζεται έντονος προβληματισμός για το αν αυτή η καταστροφή των θεσμών προετοιμάζει το έδαφος για μεγαλύτερη ευημερία ή αν οδηγεί σε έναν κόσμο που θα διέπεται από συναλλακτικές συμφωνίες και ιδιωτικά συμφέροντα, ευνοώντας τελικά μόνο τους ισχυρούς.
Αβεβαιότητα στην Ευρώπη και αστάθεια ΗΠΑ
Οι επιπτώσεις της αμερικανικής αποστασιοποίησης γίνονται ιδιαίτερα αισθητές στην Ευρώπη, σε μια χρονική συγκυρία όπου η Ρωσία φαίνεται να ανακτά την τακτική πρωτοβουλία σε τμήματα του μετώπου με την Ουκρανία και να εντείνει τον υβριδικό πόλεμο. Η έκθεση σημειώνει ότι η προσέγγιση της Ουάσιγκτον απέναντι στην ευρωπαϊκή ασφάλεια εκλαμβάνεται πλέον ως ασταθής, ταλαντευόμενη διαρκώς μεταξύ «καθησυχασμού, αιρεσιμότητας και εξαναγκασμού». Η απειλητική ρητορική σχετικά με τη Γροιλανδία και η κυμαινόμενη υποστήριξη προς την Ουκρανία επιτείνουν το αίσθημα ανασφάλειας, οδηγώντας τα ευρωπαϊκά έθνη σε μια διττή στρατηγική: προσπαθούν να διατηρήσουν τη δέσμευση των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα προετοιμάζονται πυρετωδώς για μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Στην περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού, η κατάσταση περιγράφεται ως ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς οι εταίροι των ΗΠΑ στερούνται μηχανισμών αντίστοιχων με το ΝΑΤΟ ή την ΕΕ για να διαχειριστούν την αυξανόμενη ισχύ της Κίνας. Το Πεκίνο διεκδικεί δυναμικά την περιφερειακή κυριαρχία μέσω προκλήσεων, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνονται οι αμφιβολίες για το αν ισχύουν οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Ορισμένοι περιφερειακοί παίκτες ανησυχούν ότι η σύναψη συμφωνιών με την Κίνα μπορεί να είναι πλέον πιο σημαντική για την Ουάσιγκτον από τη στήριξη των συμμάχων της, γεγονός που τους ωθεί σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ της προσέλκυσης των ΗΠΑ και της προσέγγισης με το Πεκίνο.
Σοβαρές αναταράξεις καταγράφονται και στο πεδίο του παγκόσμιου εμπορίου και της αναπτυξιακής βοήθειας, όπου η αμερικανική διοίκηση έχει απορρίψει ανοιχτά τους κανόνες που κάποτε συνδιαμόρφωσε με στόχο την κοινή ευημερία. Η έκθεση αναφέρει ότι οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει εκτεταμένους δασμούς, μη συμβατούς με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), σχεδόν σε κάθε χώρα και χρησιμοποιούν έντονα τον οικονομικό εξαναγκασμό για διμερή οφέλη. Παράλληλα, στον τομέα της ανάπτυξης, η κυβέρνηση Τραμπ έχει απορρίψει τους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης (SDGs) του ΟΗΕ, χαρακτηρίζοντάς τους ως «παγκοσμιοποιητικά εγχειρήματα», προκαλώντας υπαρξιακή κρίση στα ανθρωπιστικά συστήματα που ήδη υποφέρουν από υποχρηματοδότηση.
Ηχηρές παρουσίες και πολιτικές αντιπαραθέσεις
Στη φετινή διάσκεψη αναμένεται να συμμετάσχουν περίπου 65 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, καθώς και 450 εκπρόσωποι από τον χώρο της πολιτικής και της άμυνας, σε μια προσπάθεια διαχείρισης της κρίσης. Μεταξύ των κορυφαίων συμμετεχόντων συγκαταλέγονται ο Καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε και η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ. Η γερμανική αποστολή, υπό τον Καγκελάριο Μερτς, θα περιλαμβάνει επίσης τον Υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους, εν μέσω ενός κλίματος που απαιτεί από την Ευρώπη να αποδείξει ότι μπορεί να «παραδώσει αποτελέσματα» όσον αφορά τις αμυντικές της δεσμεύσεις.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εκπροσώπηση των ΗΠΑ, καθώς ο Αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς ακύρωσε τελικά τη συμμετοχή του, αφού αυτή είχε αρχικά επιβεβαιωθεί επίσημα από τις αμερικανικές αρχές. Υπενθυμίζεται ότι η περσινή ομιλία του Βανς στο Μόναχο είχε χαρακτηριστεί από πολλούς ως ένα είδος «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με την Ευρώπη». Αντ’ αυτού, το «παρών» θα δώσει ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο με πολυμελή αντιπροσωπεία, στην οποία θα συμμετέχει και η βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ. Ο Αμερικανός Πρέσβης στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουίτακερ, απέρριψε τα συμπεράσματα της έκθεσης περί διάλυσης των συμμαχιών, δηλώνοντας ότι οι ΗΠΑ στοχεύουν σε ένα ισχυρότερο ΝΑΤΟ.
Τέλος, η έκθεση αναδεικνύει μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης στις δυτικές κοινωνίες, όπως καταγράφεται αναλυτικά στον Δείκτη Ασφαλείας του Μονάχου (Munich Security Index) για το έτος 2026. Σε όλες τις χώρες των G7, μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό των πολιτών πιστεύει ότι οι πολιτικές των κυβερνήσεών τους θα ωφελήσουν τις μελλοντικές γενιές, δημιουργώντας ένα κλίμα όπου οι ριζοσπαστικές λύσεις γίνονται ελκυστικές. Ενδεικτικό της πολιτικής πολυπλοκότητας είναι ότι, κατόπιν απόφασης του Βόλφγκανγκ Ίσινγκερ, έχουν προσκληθεί και θα παραστούν τρία στελέχη του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), συμπεριλαμβανομένου του βουλευτή Ριούντιγκερ Λουκάσεν, παρά τις αντιδράσεις.



