Η προεδρία της Eurelectric, αποτελούμενη από τον Markus Rauramo (CEO της Fortum), την Catherine MacGregor (CEO της Engie) και τον Γιώργο Στάσση (Πρόεδρο και CEO της ΔΕΗ), απέστειλε επιστολή προς τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενόψει του επικείμενου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 19ης και 20ής Μαρτίου. Μέσω αυτής της παρέμβασης, οι επικεφαλής του κλάδου ζητούν επιτακτικά τη διασφάλιση της ρυθμιστικής σταθερότητας και την αποφυγή νέων αλλαγών που θα μπορούσαν να διαταράξουν τον υφιστάμενο ενεργειακό χάρτη. Η κίνηση αυτή πραγματοποιείται καθώς η Πρόεδρος της Επιτροπής, Ursula von der Leyen, γνωστοποίησε την πρόθεσή της να παρουσιάσει διαφορετικές επιλογές σχετικά με τον σχεδιασμό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας κατά τη διάρκεια των εργασιών της συνόδου κορυφής στις Βρυξέλλες.
Κίνδυνοι για τις επενδύσεις από νέες μεταρρυθμίσεις
Η ηγεσία της Eurelectric προειδοποιεί ότι το άνοιγμα μιας συζήτησης για τη μεταρρύθμιση της αγοράς, η οποία ολοκληρώθηκε μόλις πρόσφατα, θα μπορούσε να επιφέρει σημαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση κρίσιμων έργων. Ο ενεργειακός κλάδος καλείται να πραγματοποιήσει μαζικές επενδύσεις που υπολογίζονται σε περισσότερα από 5,6 τρισεκατομμύρια ευρώ έως το έτος 2050, προκειμένου να αναπτυχθούν οι απαραίτητες υποδομές και η παραγωγική ικανότητα της ηπείρου. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση του τρέχοντος πλαισίου θα λειτουργούσε αποτρεπτικά για την εισροή κεφαλαίων, δυσχεραίνοντας την προσπάθεια για μια ασφαλή και καθαρή ενεργειακή μετάβαση, η οποία αποτελεί τον κεντρικό στόχο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για τις επόμενες δεκαετίες, διασφαλίζοντας παράλληλα τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Στο πλαίσιο αυτό, η Eurelectric επαναλαμβάνει τη θέση της ότι η οριακή τιμολόγηση παραμένει ο πλέον αποδοτικός και στιβαρός μηχανισμός για τη λειτουργία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρισμού. Η συγκεκριμένη μέθοδος θεωρείται απαραίτητη για τη διαφανή αποστολή σημάτων τιμών, τα οποία καθοδηγούν την οικονομική κατανομή της παραγωγής και παρέχουν τα αναγκαία επενδυτικά κίνητρα για την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. Η προεδρία του οργανισμού τονίζει ότι το τρέχον σύστημα έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά του, προσφέροντας ένα ξεκάθαρο πλαίσιο λειτουργίας που επιτρέπει στις εταιρείες να προγραμματίζουν τις μελλοντικές τους κινήσεις με μεγαλύτερη ασφάλεια. Οποιαδήποτε παρέμβαση σε αυτόν τον μηχανισμό ενδέχεται να προκαλέσει στρεβλώσεις, αυξάνοντας το ρίσκο για τους επενδυτές και το συνολικό κόστος για το σύστημα.
Προτάσεις για τη μείωση του ενεργειακού κόστους
Η επιστολή υπογραμμίζει επιπλέον ότι υπάρχουν ήδη διαθέσιμα μέτρα που μπορούν να υιοθετηθούν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη για τη βραχυπρόθεσμη μείωση των τιμών. Αυτές οι προτάσεις έχουν διαμορφωθεί μέσα από τον διάλογο της Αμβέρσας και περιλαμβάνουν κοινές συστάσεις της Eurelectric με σημαντικούς βιομηχανικούς κλάδους, όπως η παραγωγή χάλυβα, αλουμινίου και χημικών προϊόντων. Στόχος αυτών των πρωτοβουλιών είναι η ελάφρυνση του κόστους για τους καταναλωτές και τη βιομηχανία, χωρίς όμως να προκληθούν ανισορροπίες ή δομικές παρεμβάσεις που θα έπλητταν τη λειτουργικότητα της ελεύθερης αγοράς. Με αυτόν τον τρόπο, επιτυγχάνεται η άμεση στήριξη της οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται η εμπιστοσύνη των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Παράλληλα, η Eurelectric επισημαίνει τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η ακεραιότητα του ETS(Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών) στην προσπάθεια για την πλήρη απανθρακοποίηση της ευρωπαϊκής οικονομίας έως το 2050. Ο οργανισμός καλεί τους ηγέτες να προστατεύσουν αυτόν τον μηχανισμό, καθώς αποτελεί το βασικό εργαλείο για την οικονομικά αποδοτική μείωση των εκπομπών ρύπων σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ. Καταλήγοντας, η προεδρία δηλώνει τη σταθερή πρόθεση του κλάδου να συνεργαστεί εποικοδομητικά με τους θεσμούς, ώστε να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και ένα ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον. Η διατήρηση ενός σταθερού πλαισίου αποτελεί, σύμφωνα με την πηγή, την απαραίτητη προϋπόθεση για την παροχή προσιτής ενέργειας στους πολίτες, προστατεύοντας ταυτόχρονα την ευρωπαϊκή βιομηχανία από τις διεθνείς διακυμάνσεις και τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες.



