Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο εξέδωσε έκθεση στην οποία επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει αναλάβει επαρκή δράση για την άρση των σημαντικών φραγμών που εμποδίζουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να παρέχουν υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη. Ο τομέας των υπηρεσιών, που περιλαμβάνει κλάδους όπως οι κατασκευές, οι μεταφορές και η πληροφορική, συνεισφέρει περίπου στο 70% της οικονομικής παραγωγής της Ένωσης. Παρά τη σημασία του κλάδου, μόνο το 20% των υπηρεσιών παρέχεται επί του παρόντος διασυνοριακώς, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη για μεγαλύτερη στρατηγική φιλοδοξία και σαφείς στόχους από την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας.
Οι κυριότεροι φραγμοί εντοπίζονται στις διαφορετικές εθνικές απαιτήσεις αδειοδότησης, στις γραφειοκρατικές διαδικασίες και στους περιορισμούς που αφορούν την αποστολή εργαζομένων στο εξωτερικό. Αυτά τα εμπόδια καθιστούν τη δραστηριότητα εκτός εθνικών συνόρων δαπανηρή και δύσκολη για τις επιχειρήσεις. Ο Hans Lindblad, μέλος του ΕΕΣ και υπεύθυνος για τον έλεγχο, ανέφερε ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν διασυνοριακά βρίσκονται ακόμη αντιμέτωπες με έναν «γολγοθά». Ο ίδιος τόνισε ότι οι προσπάθειες για την εξάλειψη αυτών των εμποδίων παραμένουν ανεπαρκείς, ενώ και τα κράτη μέλη φέρουν ευθύνη υπονομεύοντας την ολοκλήρωση της αγοράς.
Επιμονή των εμποδίων στην ενιαία αγορά υπηρεσιών
Στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι περίπου το 60% των εμποδίων που είχαν εντοπιστεί ήδη από το 2002 εξακολουθούσαν να υφίστανται το 2023, εμποδίζοντας τον υγιή ανταγωνισμό και την επιχειρηματική ανάπτυξη. Παρότι η Επιτροπή ενέκρινε νέα στρατηγική το 2025, η κατάσταση δεν παρουσίασε αισθητή βελτίωση, καθώς τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν κρίθηκαν αβέβαιης αποτελεσματικότητας. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να στερούνται πρόσβασης σε κρίσιμες πληροφορίες για την παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη, ενώ το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο απέτυχε να προωθήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στη ρύθμιση του τομέα των υπηρεσιών σε εθνικό επίπεδο.
Η επιβολή της νομοθεσίας στην ενιαία αγορά υπηρεσιών χαρακτηρίζεται από σημαντικές καθυστερήσεις και δυσκολίες. Η Επιτροπή βασίστηκε κυρίως σε διαδικασίες επί παραβάσει, χωρίς ωστόσο να αντιδρά πάντοτε άμεσα όταν οι χώρες δεν συμμορφώνονταν με την οδηγία για τις υπηρεσίες. Ο χειρισμός των καταγγελιών από επιχειρήσεις ήταν σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολικά χρονοβόρος, γεγονός που έθεσε τις μικρότερες εταιρείες σε μειονεκτική θέση. Χωρίς μια πλήρη εικόνα του κόστους και των οφελών από την άρση των εμποδίων, η αντιμετώπιση των σημαντικότερων προβλημάτων παραμένει μια εξαιρετικά δύσκολη και ημιτελής διαδικασία.
Στρατηγικές συστάσεις για την ολοκλήρωση της αγοράς
Προκειμένου να διασφαλιστεί μια λειτουργική ενιαία αγορά, το ΕΕΣ προτείνει την ανάπτυξη μιας πιο φιλόδοξης στρατηγικής και την παροχή ισχυρότερων κινήτρων στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή οφείλει να αποσαφηνίσει τη νομοθεσία και να επικεντρωθεί στην επιβολή της σε υποθέσεις με σημαντικό οικονομικό αντίκτυπο. Η ενίσχυση των εργαλείων διευκόλυνσης και η διαρκής παρακολούθηση της προόδου αποτελούν βασικά βήματα για την ολοκλήρωση της αγοράς. Η οδηγία για τις υπηρεσίες παραμένει η κεντρική νομοθετική πράξη, στοχεύοντας στην εξάλειψη των εθνικών φραγμών που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία και τον ανταγωνισμό.
Η ένταση του διασυνοριακού εμπορίου παρουσιάζει μεγάλες αποκλίσεις ανάλογα με τον κλάδο, με τις υπηρεσίες πληροφορικής να φτάνουν στο 15% και τη διαφήμιση στο 31,8%, ενώ στις κατασκευές το ποσοστό περιορίζεται στο 0,8%. Σύμφωνα με αναλύσεις της Επιτροπής, η εφαρμογή φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ της Ένωσης κατά 2,5% έως το 2027. Η πρόσφατη ειδική έκθεση 13/2026 έρχεται σε συνέχεια προηγούμενου ελέγχου του 2016, επιβεβαιώνοντας ότι η πλήρης αξιοποίηση του δυναμικού της ενιαίας αγοράς απαιτεί ακόμη σημαντικές και συντονισμένες προσπάθειες.



