Η Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου παρουσίασε την ετήσια έκθεσή της για το έτος 2025, η οποία αποτυπώνει την κατάσταση του κλάδου σε ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας. Το εμπόριο διατηρεί τη θέση του ως ο μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα, καλύπτοντας το 17,3% της συνολικής απασχόλησης, ενώ η συμβολή του στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν ανέρχεται στο 11%. Παρά τη σημαντική του παρουσία, οι εγχώριες επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες με τον έντονο ανταγωνισμό από ασιατικές πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου και τις προκλήσεις της πράσινης μετάβασης. Η έκθεση επισημαίνει τη συνεχή ανάγκη προσαρμογής στα νέα ψηφιακά δεδομένα και στις απαιτήσεις της διεθνούς αγοράς.
Η Ελλάδα κατέχει τη 12η θέση στη συμβολή του τζίρου του ευρωπαϊκού λιανικού εμπορίου εντός της ενιαίας αγοράς ανάμεσα σε 30 κράτη. Ωστόσο, οι πληθωριστικές πιέσεις απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της ονομαστικής αύξησης του κύκλου εργασιών, περιορίζοντας τα πραγματικά οφέλη για τους εμπόρους. Οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες οδηγούν σε μετατόπιση της ζήτησης προς τα ψηφιακά κανάλια, γεγονός που ασκεί πίεση στα παραδοσιακά φυσικά καταστήματα. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν αυξημένο λειτουργικό κόστος, το οποίο δυσχεραίνει την υλοποίηση επενδύσεων και τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό τους, ενώ η αβεβαιότητα επηρεάζει τον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό των εμπορικών μονάδων.
Η συμβολή του εμπορίου στην εθνική οικονομία
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι τρεις στις τέσσερις επιχειρήσεις δεν κατέγραψαν αύξηση στον κύκλο εργασιών τους κατά το περασμένο έτος. Η πίεση είναι εντονότερη στις μικρότερες μονάδες, καθώς όσες τηρούν απλογραφικά βιβλία σημείωσαν μείωση τζίρου που προσεγγίζει το 3,6%. Αντιθέτως, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις με διπλογραφικά βιβλία παρουσίασαν άνοδο 2,8% την ίδια περίοδο. Ο κλάδος της ένδυσης και της υπόδησης δέχεται τις ισχυρότερες πιέσεις, με το 35% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων λιανικής να αναφέρει συρρίκνωση των εσόδων του. Η έλλειψη ρευστότητας παραμένει κεντρικό πρόβλημα για τη βιωσιμότητα της αγοράς και την ομαλή λειτουργία των επιχειρήσεων.
Οι οικονομικές υποχρεώσεις και η διαχείριση των συνεχών ανατιμήσεων αποτελούν τις κυριότερες προκλήσεις για τον εμπορικό κόσμο κατά το τρέχον έτος. Η καταναλωτική δαπάνη στρέφεται πλέον κυρίως σε αγαθά πρώτης ανάγκης, γεγονός που επηρεάζει τη συνολική δυναμική του λιανεμπορίου στη χώρα. Παρόλο που η μέση μηνιαία δαπάνη αυξήθηκε κατά 29,5% την περίοδο 2020-2024, η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών δεν έχει επιστρέψει στα επίπεδα προ της οικονομικής κρίσης. Η δομική επιβράδυνση που παρατηρείται το 2025 χαρακτηρίζεται από ονομαστική αύξηση τζίρου κατά μόλις 1%, ενώ ο όγκος των πωλήσεων παρουσιάζει σαφή υποχώρηση σε πολλούς υποκλάδους.
Προκλήσεις και οικονομικά μεγέθη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, ανέφερε ότι ο τζίρος μετατοπίζεται σταθερά από το φυσικό στο ηλεκτρονικό κανάλι πωλήσεων λόγω των γεωπολιτικών αναταράξεων. Επισήμανε ότι οι ασιατικές πλατφόρμες χρησιμοποιούν αθέμιτες πρακτικές που πλήττουν την εγχώρια κατανάλωση και την υγιή λειτουργία του ανταγωνισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο ψηφιακός και ο πράσινος μετασχηματισμός αποτελούν ευκαιρίες, αλλά η εφαρμογή τους καθυστερεί εξαιτίας του αγώνα για καθημερινή επιβίωση. Οι μικρές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του νέου περιβάλλοντος χωρίς επαρκή υποστήριξη, καθώς το υπέρογκο λειτουργικό κόστος αναστέλλει κάθε προσπάθεια για μεταρρυθμίσεις.
Ο κλάδος διεκδικεί παρεμβάσεις για την ελάφρυνση των φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων των επιχειρήσεων για να διασφαλιστεί η μελλοντική ανάπτυξη. Μεταξύ των αιτημάτων περιλαμβάνεται η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, η μείωση της προκαταβολής φόρου και η αποσύνδεση του εμπορίου από την τεκμαρτή φορολόηση. Η ΕΣΕΕ προτείνει την επιβράβευση των συνεπών επιχειρήσεων με φορολογικές εκπτώσεις και τη ρύθμιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών για τις πλέον ευάλωτες μονάδες. Ο κύριος Καφούνης υπογράμμισε ότι το εμπόριο αποτελεί νευραλγικό οικοσύστημα της οικονομίας και πρέπει να κατέχει κεντρική θέση στον σχεδιασμό και την υλοποίηση της εθνικής οικονομικής πολιτικής.
Η ευρωπαϊκή εμπορική πολιτική εισέρχεται σε μία φάση αυξημένης οικονομικής ασφάλειας και αμυντικής στρατηγικής λόγω των διεθνών συνθηκών. Απαιτείται ένα αξιόπιστο σχέδιο για την εξασφάλιση προσιτής ενέργειας και σταθερών τιμών για την παραγωγή και τη μεταποίηση στην Ευρώπη. Ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ τόνισε ότι η απάντηση στην αβεβαιότητα δεν πρέπει να είναι ο άκριτος προστατευτισμός αλλά η διαφοροποίηση μέσω ισχυρών εμπορικών συμφωνιών. Η οικονομική ασφάλεια συνδέεται πλέον άρρηκτα με τη βιομηχανική στρατηγική της Ένωσης, επηρεάζοντας τον τρόπο λειτουργίας των εφοδιαστικών αλυσίδων και τη σταθερότητα των τιμών που καταβάλλουν οι τελικοί καταναλωτές.



