Η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε δέσμη μέτρων με στόχο τη μείωση του ενεργειακού κόστους για τον εγχώριο βιομηχανικό κλάδο και την ενίσχυση των επενδύσεων στην ενεργειακή αναβάθμιση. Η παρουσίαση των πρωτοβουλιών πραγματοποιήθηκε από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, τον Υπουργό Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκο και τον Υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο. Η εξέλιξη αυτή ακολούθησε συνάντηση της πολιτικής ηγεσίας με τον Πρόεδρο του ΣΕΒ, Σπύρο Θεοδωρόπουλο, στο κτίριο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση ενός κύκλου διαβουλεύσεων που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη περίοδο.
Το σχέδιο στήριξης εδράζεται σε δύο κεντρικούς πυλώνες, με τον πρώτο να αφορά την άμεση ελάφρυνση του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων με πόρους ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως για την επόμενη πενταετία. Ο Σταύρος Παπασταύρου δήλωσε ότι η κυβέρνηση αναζήτησε πρόσθετα εργαλεία μέσα σε ένα συγκεκριμένο δημοσιονομικό πλαίσιο, έπειτα από διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που διήρκησε έξι μήνες. Ο δεύτερος πυλώνας περιλαμβάνει την απορρόφηση 200 εκατομμυρίων ευρώ από το Modernisation Fund για την επιδότηση πράσινων δράσεων, με στόχο την ενίσχυση της παραγωγτικότητας και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας μέσω της μείωσης του ενεργειακού αποτυπώματος των μονάδων παραγωγής.
Αναθεώρηση συντελεστή αντιστάθμισης για ρύπους διοξειδίου άνθρακα
Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η αλλαγή του συντελεστή αντιστάθμισης για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Ο Νίκος Τσάφος εξήγησε ότι η αντιστάθμιση CO2 επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιστρέφουν μέρος της επιβάρυνσης των ρύπων, που ενσωματώνεται στις τιμές του ρεύματος, στις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Ενώ ο συντελεστής προβλεπόταν να μειωθεί στο 0,58 μέχρι το 2030 λόγω της απολιγνιτοποίησης, η ελληνική πλευρά εξασφάλισε την αύξησή του στο 0,82. Η ρύθμιση αυτή θεωρείται οριστική για την περίοδο 2026-2030, προσφέροντας σταθερότητα στον προγραμματισμό των επιχειρήσεων του κλάδου που εκτίθενται στον διεθνή ανταγωνισμό.
Η συγκεκριμένη αναπροσαρμογή αναμένεται να οδηγήσει σε πρόσθετη ετήσια στήριξη ύψους 75 εκατομμυρίων ευρώ σε σύγκριση με το αρχικό σενάριο αναφοράς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Το μέτρο αφορά άμεσα περίπου 40 έως 50 μεγάλες ενεργοβόρες βιομηχανίες της χώρας, οι οποίες αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο βαθμό έκθεσης στις διακυμάνσεις των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών. Η ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας σημείωσε ότι το νέο πλαίσιο είναι πλήρως συμβατό με το ευρωπαϊκό δίκαιο, διασφαλίζοντας ότι η στήριξη δεν θα αμφισβητηθεί μελλοντικά ως παράνομη κρατική ενίσχυση από τα αρμόδια όργανα της Κομισιόν.
Μείωση χρεώσεων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας στη βιομηχανία
Παράλληλα με την αντιστάθμιση ρύπων, η κυβέρνηση προχωρά σε οριζόντια μείωση των χρεώσεων για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) που επιβαρύνουν τα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος. Από την 1η Ιουλίου 2026, οι χρεώσεις αυτές θα μειωθούν κατά 50% για το σύνολο των βιομηχανικών καταναλωτών που συνδέονται στην υψηλή και τη μέση τάση. Το ετήσιο κόστος της παρέμβασης εκτιμάται στα 26 εκατομμύρια ευρώ, ενισχύοντας τη ρευστότητα των επιχειρήσεων σε μια περίοδο έντονης αστάθειας στις διεθνείς αγορές ενέργειας λόγω των συνεχιζόμενων γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή.
Το μέτρο της μείωσης των ΥΚΩ επηρεάζει περίπου 23.000 καταναλωτές σε όλη την ελληνική επικράτεια. Οι υφιστάμενες χρεώσεις, οι οποίες διαφοροποιούνται ανάλογα με το επίπεδο κατανάλωσης, θα περιοριστούν στο μισό, προσφέροντας μια σταθερή ελάφρυνση στη λειτουργική βάση των μονάδων παραγωγής. Ο κ. Τσάφος ανέφερε ότι η παρέμβαση αυτή αποσκοπεί στην εξισορρόπηση των επιβαρύνσεων που προκύπτουν από τη χρηματοδότηση του κοινωνικού οικιακού τιμολογίου και της ηλεκτροδότησης των μη διασυνδεδεμένων νησιών, τις οποίες επωμίζεται αναλογικά ο βιομηχανικός τομέας με βάση το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Πράσινες επενδύσεις μέσω του ευρωπαϊκού Ταμείου Εκσυγχρονισμού
Στον τομέα των επενδύσεων, το Υπουργείο Ανάπτυξης πρόκειται να εκδώσει εντός του Ιουνίου 2026 δημόσια πρόσκληση για το πρόγραμμα Modernisation Fund, συνολικού προϋπολογισμού 200 εκατομμυρίων ευρώ. Οι ενισχύσεις θα έχουν τη μορφή επιχορήγησης και θα αφορούν στρατηγικά επενδυτικά σχέδια με απαραίτητη προϋπόθεση την επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας τουλάχιστον 10%. Στους επιλέξιμους τομείς περιλαμβάνονται το αλουμίνιο, ο χαλκός, ο σίδηρος, το τσιμέντο, το χαρτί, η ξυλεία, καθώς και οι κλάδοι της χημικής βιομηχανίας και της φαρμακοβιομηχανίας.
Οι επιδοτούμενες δράσεις περιλαμβάνουν τον εξηλεκτρισμό θερμικών διεργασιών και βιομηχανικών οχημάτων, την αναβάθμιση εξοπλισμού και κτιριακών υποδομών, καθώς και την εγκατάσταση συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας (BESS). Ο κ. Θεοδωρικάκος τόνισε ότι η αύξηση της ανταγωνιστικότητας αποτελεί προϋπόθεση για τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη βελτίωση των αποδοχών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα. Οι κρατικές ενισχύσεις θα χορηγηθούν είτε μέσω του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού είτε μέσω του πλαισίου CISAF, το οποίο συμφωνήθηκε πρόσφατα με την Ευρωπαϊκή Ένωση ειδικά για τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς.
Θέσεις του ΣΕΒ για το ενεργειακό κόστος
Ο Πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος σημείωσε ότι τα μέτρα κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, επισημαίνοντας ωστόσο ότι το πρόβλημα του ενεργειακού κόστους δεν επιλύεται οριστικά. Ανέφερε ότι η Ελλάδα πληρώνει ακριβότερη ενέργεια για τη βιομηχανία σε σύγκριση με πολλές χώρες της ΕΕ, τονίζοντας ότι η συζήτηση με τις Βρυξέλλες διήρκησε πάνω από επτά μήνες. Σύμφωνα με τον ίδιο, για τις βιομηχανίες που λαμβάνουν αντιστάθμιση το βήμα είναι αρκετά σημαντικό, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στη μέση και χαμηλή τάση η ελάφρυνση είναι περιορισμένη.
Η συζήτηση μεταξύ του ΣΕΒ και του υπουργείου συνεχίζεται με την κατάθεση νέων προτάσεων που δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό της χώρας, όπως η εφαρμογή του μέτρου της διακοψιμότητας. Ο κ. Θεοδωρόπουλος υπογράμμισε ότι η αναγνώριση της ανάγκης στήριξης από την πλευρά της κυβέρνησης αποτελεί θετική εξέλιξη, ενώ αναμένονται οι λεπτομέρειες του Ιουνίου για το πρόγραμμα των 200 εκατομμυρίων ευρώ. Η βιομηχανική πλευρά αναμένει να διευκρινιστεί εάν οι ενισχύσεις θα αφορούν συστήματα αποθήκευσης, εξηλεκτρισμό ή μείωση ρύπων, ώστε να αξιολογηθεί η συνολική επίδραση στην ανταγωνιστικότητα.



