Περιορισμό της παγκόσμιας ανάπτυξης στο 3,1% προβλέπει η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται στην ένοπλη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή που ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου, ανακόπτοντας τη δυναμική της διεθνούς οικονομικής δραστηριότητας. Το Ταμείο παρουσιάζει μια πρόβλεψη αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι οι διαταραχές θα εξασθενήσουν έως τα μέσα του τρέχοντος έτους. Ωστόσο, η υποβάθμιση κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις εκτιμήσεις του Ιανουαρίου αποτυπώνει την πίεση που ασκεί ο πόλεμος στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τις αγορές εμπορευμάτων παγκοσμίως, εντείνοντας την αβεβαιότητα σε ένα ήδη εύθραυστο περιβάλλον.
Ο παγκόσμιος πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί στο 4,4% εντός του 2026, προτού υποχωρήσει στο 3,7% το επόμενο έτος. Η επίπτωση της κρίσης είναι δυσανάλογη, με τις αναδυόμενες αγορές και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες να δέχονται το μεγαλύτερο πλήγμα. Για αυτές τις χώρες, η πρόβλεψη ανάπτυξης μειώθηκε κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες, καθώς είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις αυξήσεις των τιμών ενέργειας και τροφίμων. Αντίθετα, οι προοπτικές για τις προηγμένες οικονομίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες, παρά την αβεβαιότητα που προκαλεί το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και οι ζημιές σε κρίσιμες υποδομές υδρογονανθράκων στην περιοχή της σύγκρουσης.
Ενεργειακοί κίνδυνοι και ανθεκτικότητα της αμερικανικής οικονομίας
Το ΔΝΤ προειδοποιεί για δυσμενέστερα σενάρια σε περίπτωση που η σύγκρουση παραταθεί ή κλιμακωθεί περαιτέρω. Σε ένα σενάριο έντονης διατάραξης, οι τιμές του πετρελαίου θα μπορούσαν να ανέλθουν στα 125 δολάρια ανά βαρέλι το επόμενο έτος, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη και την Ασία ενδέχεται να τριπλασιαστούν. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε την παγκόσμια ανάπτυξη στο 2% το 2026, ωθώντας τον πληθωρισμό πάνω από το 6% έως το 2027. Οι κεντρικές τράπεζες θα αναγκάζονταν τότε να αυξήσουν απότομα τα επιτόκια, επιβαρύνοντας τις ροές κεφαλαίων και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα διεθνώς.
Η οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών εμφανίζεται σχετικά προστατευμένη από τους κραδασμούς, διατηρώντας την ιδιότητα του καθαρού εξαγωγέα ενέργειας. Η αισιοδοξία γύρω από την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης και η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική στηρίζουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση στην αμερικανική αγορά. Παράλληλα, οι τεχνολογικές επενδύσεις και οι βελτιωμένες χρηματοπιστωτικές συνθήκες λειτούργησαν ως αντιστάθμισμα στα εμπόδια του προηγούμενου έτους. Παρόλα αυτά, η επαναξιολόγηση των προσδοκιών για την κερδοφορία της AI ή μια απότομη διόρθωση στις αγορές παραμένουν σημαντικοί καθοδικοί κίνδυνοι που θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν το τρέχον οικονομικό πλαίσιο.
Δημοσιονομική σταθερότητα και ανάγκη για διεθνή συνεργασία
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών, ως αποτέλεσμα των γεωπολιτικών εντάσεων, ενδέχεται να τονώσει βραχυπρόθεσμα τη δραστηριότητα, αλλά εγκυμονεί κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα. Σύμφωνα με την έκθεση, οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες μπορούν να αποδυναμώσουν τη δημοσιονομική θέση των κρατών και να εκτοπίσουν κοινωνικές δαπάνες, πυροδοτώντας κοινωνική αναταραχή. Το Ταμείο τονίζει ότι οι χώρες που πλήττονται από συγκρούσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά μακροοικονομικά προβλήματα που διαρκούν πολύ μετά το πέρας των εχθροπραξιών. Η διατήρηση αξιόπιστων πολιτικών πλαισίων και η ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας κρίνονται απαραίτητες για την πλοήγηση σε αυτό το αβέβαιο περιβάλλον.
Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής καλούνται να διαφυλάξουν τη σταθερότητα των τιμών και τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα. Οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να παραμείνουν σε εγρήγορση, παρεμβαίνοντας αποφασιστικά εάν οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό αποσταθεροποιηθούν. Όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, το ΔΝΤ συνιστά τη χρήση στοχευμένων και προσωρινών μέτρων για την προστασία των ευάλωτων ομάδων, αντί για οριζόντιες επιδοτήσεις που επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά. Η αποκατάσταση της σταθερότητας στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις και η αποφυγή των εμπορικών περιορισμών αποτελούν προτεραιότητες για την ενίσχυση της παγκόσμιας παραγωγής και τη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών.



