Στην 86η θέση μεταξύ 180 χωρών βρίσκεται η Ελλάδα στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου 2026 των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF), ανεβαίνοντας τρεις θέσεις σε σχέση με το 2025, όταν βρισκόταν στην 89η θέση. Η συνολική βαθμολογία της, ωστόσο, υποχώρησε οριακά στις 55,05 μονάδες από 55,37 μονάδες, ενώ η RSF αναφέρει ότι η ελευθερία του Τύπου στην Ελλάδα βρίσκεται σε συστημική κρίση από το 2021.
Στα επιμέρους στοιχεία του δείκτη, η Ελλάδα κατατάσσεται 94η στον πολιτικό δείκτη, 129η στον οικονομικό, 73η στον νομικό, 126η στον κοινωνικό και 72η στον δείκτη ασφάλειας. Σε σχέση με το 2025, η χώρα εμφανίζει βελτίωση στον νομικό δείκτη, από την 81η στην 73η θέση, σταθερότητα στον δείκτη ασφάλειας και μικρές μεταβολές στους υπόλοιπους δείκτες, χωρίς όμως να αλλάζει η συνολική εικόνα που περιγράφει η οργάνωση.
Οι ελληνικές επιδόσεις στον δείκτη της RSF
Η RSF συνδέει την ελληνική περίπτωση με μια σειρά από ζητήματα που, όπως αναφέρει, παραμένουν ανοιχτά. Στο σχετικό προφίλ της χώρας γίνεται αναφορά στο σκάνδαλο των παρακολουθήσεων δημοσιογράφων από την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, στην ανεξιχνίαστη ακόμη δολοφονία του αστυνομικού συντάκτη Γιώργου Καραϊβάζ το 2021 και στη συχνή χρήση διαδικασιών SLAPP. Η οργάνωση σημειώνει επίσης ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στα μέσα ενημέρωσης βρίσκεται επί χρόνια μεταξύ των χαμηλότερων στην Ευρώπη.
Στο πεδίο του μιντιακού τοπίου, η RSF περιγράφει μια αγορά με υψηλό κατακερματισμό, όπου λίγοι μεγάλοι ιδιωτικοί όμιλοι συνυπάρχουν με εκατοντάδες ειδησεογραφικούς ιστότοπους. Παράλληλα, κάνει λόγο για συγκέντρωση μεγάλου μέρους των μέσων σε επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται και σε άλλους ρυθμιζόμενους τομείς, με ορισμένους εξ αυτών να διατηρούν στενές σχέσεις με την πολιτική ελίτ. Κατά την οργάνωση, αυτό συμβάλλει σε ένα έντονα πολωμένο περιβάλλον ενημέρωσης.
Στο πολιτικό και θεσμικό σκέλος, η RSF αναφέρει ότι η εποπτεία των δημόσιων μέσων από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο δημιουργεί κινδύνους για την εκδοτική τους ανεξαρτησία. Επικρίνει επίσης το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, το οποίο χαρακτηρίζει αργό και αναποτελεσματικό, σημειώνοντας ότι δεν έχει υπάρξει ουσιαστική μεταρρύθμισή του από την τρέχουσα ή την προηγούμενη κυβέρνηση. Για την ΕΥΠ, η οργάνωση υπενθυμίζει ότι υπάγεται στον πρωθυπουργό και συνδέει την υπηρεσία με την υπόθεση παρακολούθησης δημοσιογράφων, πολλοί από τους οποίους, όπως αναφέρει, είχαν στοχοποιηθεί με το spyware Predator.
Νομικές πιέσεις και οικονομικές αδυναμίες
Στο νομικό πλαίσιο, η RSF αναγνωρίζει τις συνταγματικές εγγυήσεις, αλλά σημειώνει ότι η ελευθερία του Τύπου έχει δεχθεί πιέσεις σε επίπεδο νομοθεσίας. Οι νέοι νόμοι που ψηφίστηκαν μετά το Predatorgate, κατά την οργάνωση, αποσκοπούν στην καλύτερη προστασία των πολιτών από αυθαίρετες παρακολουθήσεις, αλλά δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Η RSF αναφέρεται ακόμη στην απαλλαγή της ΕΥΠ από εμπλοκή στο σκάνδαλο από τον Άρειο Πάγο, στη δημιουργία αμφιλεγόμενης επιτροπής δεοντολογίας και στην καταδίκη δημοσιογράφου για διάδοση ψευδών ειδήσεων χωρίς, όπως υποστηρίζει, ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία.
Στο οικονομικό σκέλος, η οργάνωση συνδέει τις πιέσεις στα ελληνικά μέσα με τη χρηματοπιστωτική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, τη μείωση του αναγνωστικού κοινού και την υποχώρηση των διαφημιστικών εσόδων. Αναφέρει ότι η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα πολλών μέσων έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση, ενώ σημειώνει ότι μένει να φανεί η επίδραση της νέας νομοθεσίας για την ενίσχυση της διαφάνειας στην ιδιοκτησία και τη χρηματοδότηση των μέσων.
Στο κοινωνικό και εργασιακό περιβάλλον, η RSF καταγράφει επιθέσεις σε εγκαταστάσεις μέσων ενημέρωσης από ακτιβιστές, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν ως ιδεολογικούς αντιπάλους. Επιπλέον, σημειώνει ότι οι γυναίκες δημοσιογράφοι αντιμετωπίζουν συχνά σεξισμό στον χώρο εργασίας. Στο πεδίο της ασφάλειας, αναφέρει περιστατικά αστυνομικής βίας και αυθαίρετων απαγορεύσεων που εμποδίζουν την κάλυψη διαδηλώσεων και της προσφυγικής κρίσης στα ελληνικά νησιά.
Ιστορικό χαμηλό για την παγκόσμια εικόνα
Η ελληνική κατάταξη εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή εικόνα επιδείνωσης. Στην ανάλυση για το 2026, η RSF αναφέρει ότι, για πρώτη φορά στην 25ετή ιστορία του World Press Freedom Index, περισσότερες από τις μισές χώρες και περιοχές του κόσμου κατατάσσονται στις κατηγορίες «δύσκολη» ή «πολύ σοβαρή» για την ελευθερία του Τύπου. Ο μέσος όρος της βαθμολογίας όλων των 180 χωρών και περιοχών βρίσκεται, κατά την οργάνωση, στο χαμηλότερο επίπεδο από την έναρξη του δείκτη.
Η μεγαλύτερη επιδείνωση καταγράφεται στον νομικό δείκτη, ο οποίος, σύμφωνα με την RSF, υποχώρησε σε 110 από τις 180 χώρες μεταξύ 2025 και 2026. Η οργάνωση συνδέει την εξέλιξη με την ποινικοποίηση της δημοσιογραφίας, τη χρήση νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης και την επίκληση λόγων εθνικής ασφάλειας για τον περιορισμό της κάλυψης θεμάτων δημόσιου ενδιαφέροντος. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται σε αυξημένη χρήση αγωγών SLAPP και σε ανεπαρκείς μηχανισμούς προστασίας των δημοσιογράφων σε μεγάλο μέρος των χωρών που εξετάζονται.
Η RSF σημειώνει ότι η Νορβηγία διατηρεί την πρώτη θέση για δέκατη συνεχόμενη χρονιά, ενώ η Ερυθραία βρίσκεται στην τελευταία θέση για τρίτη χρονιά. Στις επιμέρους μεταβολές, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχώρησαν επτά θέσεις, στην 64η, ενώ η Συρία κατέγραψε τη μεγαλύτερη βελτίωση, ανεβαίνοντας 36 θέσεις μετά την πτώση της δικτατορίας του Μπασάρ αλ Άσαντ και την πολιτική μετάβαση που ακολούθησε. Αντίθετα, χώρες όπως η Κίνα, η Βόρεια Κορέα, η Ρωσία και το Ιράν παραμένουν κοντά στο τέλος της κατάταξης.
Η οργάνωση αποδίδει μέρος της παγκόσμιας υποχώρησης σε πολέμους, αυταρχικά καθεστώτα, οικονομικές πιέσεις στα μέσα ενημέρωσης, εχθρική πολιτική ρητορική και νομοθετικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται εναντίον δημοσιογράφων. Για την Ελλάδα, η βελτίωση στην κατάταξη δεν συνοδεύεται από βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας, στοιχείο που διατηρεί την εικόνα της χώρας εντός ενός ευρύτερου ευρωπαϊκού και διεθνούς περιβάλλοντος πιέσεων προς την ελευθερία της ενημέρωσης.



