Νέο ιστορικό ρεκόρ κατέγραψε το 2025 ο εισερχόμενος τουρισμός στην Ελλάδα, χωρίς την κρουαζιέρα, με 37,981 εκατ. αφίξεις και 22,607 δισ. ευρώ εισπράξεις, όπως προκύπτει από την ανάλυση του INSETE Intelligence. Οι αφίξεις αυξήθηκαν κατά 5,6% σε σχέση με το 2024, οι εισπράξεις κατά 9,8% και οι διανυκτερεύσεις κατά 0,9%, φθάνοντας τις 233,145 εκατ. Συνυπολογίζοντας και την κρουαζιέρα, το σύνολο των εισπράξεων ανήλθε σε 23,627 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 9,4%.
Η εικόνα της ανόδου συνοδεύεται, ωστόσο, από τη συνεχιζόμενη μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής, η οποία περιορίστηκε στις 6,1 διανυκτερεύσεις από 6,4 το 2024 και 7,4 πριν από την πανδημία. Η μείωση, κατά 4,5% σε ετήσια βάση και κατά 17,2% έναντι του 2019, κρατά τις συνολικές διανυκτερεύσεις κοντά στα επίπεδα των 230 εκατ., παρά την αύξηση των αφίξεων. Στην ανάλυση του INSETE, η ενίσχυση της διάρκειας παραμονής εμφανίζεται ως βασικός στόχος για την αύξηση της συνολικής απόδοσης του τουριστικού προϊόντος.
Η παραμονή μειώνεται, η ημερήσια δαπάνη αυξάνεται
Η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση αυξήθηκε κατά 8,8%, στα 97 ευρώ ανά διανυκτέρευση, και βρίσκεται πλέον 27,5% υψηλότερα από το 2019, έναντι πληθωρισμού 20% στην ίδια περίοδο. Η αύξηση αυτή λειτουργεί αντισταθμιστικά απέναντι στη μικρότερη διάρκεια ταξιδιού, με αποτέλεσμα η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη να διαμορφωθεί στα 595 ευρώ, από 573 ευρώ το 2024 και 564 ευρώ το 2019. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ενιαία σε όλες τις αγορές, καθώς Γερμανία, Αυστρία, Ιταλία, Γαλλία και Ολλανδία εμφανίζουν χαμηλότερη μέση κατά κεφαλή δαπάνη σε σχέση με το 2019.
Η ανάλυση αποδίδει τη μείωση της μέσης διάρκειας παραμονής σε συνδυασμό παραγόντων: στη διεθνή τάση για μικρότερα ταξίδια, στην πίεση από το αυξημένο ημερήσιο κόστος και στην αύξηση του μεριδίου των ημερήσιων ταξιδιωτών. Οι τελευταίοι ανήλθαν στο 9,3% του συνόλου, από 7,5%, και προέρχονται κατά περισσότερο από 90% από Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία, Βουλγαρία και Τουρκία. Η μέση κατά κεφαλή δαπάνη τους, στα 94 ευρώ, βρίσκεται κοντά στη συνολική ημερήσια δαπάνη, στοιχείο που το INSETE συνδέει με δυνατότητα περαιτέρω αξιοποίησης, εφόσον μέρος αυτών των επισκέψεων μετατραπεί σε διαμονή.
Η Αττική ενισχύεται μέσω των city breaks
Ξεχωριστή επίδραση στη μέση διάρκεια παραμονής έχει η ανάπτυξη του τουρισμού city break. Το μερίδιο της Αττικής στο σύνολο των επισκέψεων αυξήθηκε από 16,2% το 2019 σε 23,2% το 2025, μετά το 22,3% του 2024. Επειδή τα city breaks έχουν από τη φύση τους μικρότερη διάρκεια από τον τουρισμό «ήλιος και θάλασσα», η ενίσχυση αυτού του τύπου ταξιδιού συμπιέζει στατιστικά τον εθνικό μέσο όρο παραμονής, αν και η ανάλυση τη χαρακτηρίζει θετική εξέλιξη για την τουριστική διαφοροποίηση της χώρας.
Την ίδια ώρα, αυξάνεται το μερίδιο των επαγγελματικών ταξιδιών, από 5% σε 7% του συνόλου, με άνοδο 76% μεταξύ 2019 και 2025. Η τάση συνδέεται στην έκθεση με τη σταδιακή εδραίωση της Ελλάδας ως προορισμού MICE και με τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης μέσω εθνικού σχεδίου για τον συγκεκριμένο τομέα. Η κρουαζιέρα διατηρήθηκε επίσης στο επίπεδο του 1 δισ. ευρώ εσόδων το 2024 και το 2025, από περίπου μισό δισ. ευρώ το 2019.
Οι αεροπορικές αφίξεις κυριαρχούν στις εισπράξεις
Η εικόνα συμπληρώνεται από τη διατήρηση του υψηλού μεριδίου των αεροπορικώς εισερχόμενων ταξιδιωτών, που έφθασε το 73,2% το 2025, όσο και το 2024, έναντι 66,1% το 2019. Οι αεροπορικές αφίξεις αυξήθηκαν κατά 5,6% σε σχέση με το 2024 και κατά 34,2% έναντι του 2019. Αντίθετα, οι οδικές αφίξεις κατέγραψαν οριακή αύξηση 0,8% έναντι του 2019, με το μερίδιό τους να υποχωρεί από 30,6% σε 25,4%.
Η διαφοροποίηση αποτυπώνεται στις εισπράξεις. Η Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη των αεροπορικώς εισερχόμενων ανέρχεται σε 733 ευρώ, έναντι 190 ευρώ για τους οδικώς εισερχόμενους, με αποτέλεσμα οι πρώτοι να αντιπροσωπεύουν 90,2% των συνολικών εισπράξεων και οι δεύτεροι 8,1%. Παράλληλα, η Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση των οδικώς εισερχόμενων αυξήθηκε κατά 55,3% μεταξύ 2019 και 2025, εξέλιξη που η έκθεση συνδέει πιθανότατα με τις θετικές μεταβολές στις οικονομίες των όμορων χωρών.
Η εποχικότητα υποχωρεί αλλά παραμένει έντονη
Στο πεδίο της εποχικότητας, το Γ’ τρίμηνο εξακολουθεί να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητας, αλλά το μερίδιό του έχει μειωθεί. Το 2025 αντιπροσώπευε το 52,4% των αφίξεων, το 52,9% των διανυκτερεύσεων και το 52,5% των εισπράξεων, από 56,0%, 58,5% και 59,3% αντίστοιχα το 2019. Το μεγαλύτερο μέρος της μετατόπισης κερδήθηκε από το Δ’ τρίμηνο και, σε μικρότερο βαθμό, από το Β’ και το Α’ τρίμηνο.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο Β’ τρίμηνο, το οποίο υπερτερεί πλέον του Γ’ σε δείκτες αξίας: Μέση Δαπάνη ανά Διανυκτέρευση 103 ευρώ έναντι 96 ευρώ, Μέση Διάρκεια Παραμονής 6,6 έναντι 6,2 διανυκτερεύσεων και Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη 684 ευρώ έναντι 596 ευρώ. Το Δ’ τρίμηνο έχει παρόμοια ημερήσια δαπάνη με το Γ’, αλλά χαμηλότερη διάρκεια παραμονής και συνεπώς χαμηλότερη συνολική δαπάνη ανά επισκέπτη.
Οι περιφερειακές αποκλίσεις και οι βασικές αγορές
Σε επίπεδο περιφερειών, οι πέντε Τουριστικά Ανεπτυγμένες Περιφέρειες, δηλαδή Αττική, Κεντρική Μακεδονία, Κρήτη, Νότιο Αιγαίο και Ιόνια Νησιά, συγκέντρωσαν το 2025 83% των επισκέψεων και 90% των εισπράξεων. Το Νότιο Αιγαίο και η Αττική ενίσχυσαν περαιτέρω τα μερίδιά τους στις εισπράξεις, με 29% και 26% αντίστοιχα. Αντίθετα, η Κρήτη κατέγραψε μείωση εισπράξεων 5,0%, μετά τη μείωση 12% το 2024, ενώ τα Ιόνια Νησιά εμφάνισαν πτώση 4,1% παρά την αύξηση επισκέψεων και διανυκτερεύσεων.
Από τις αγορές προέλευσης, οι δέκα μεγαλύτερες βάσει εισπράξεων συνεισέφεραν το 60,1% των αφίξεων, το 67,8% των διανυκτερεύσεων και το 66,5% των εισπράξεων. Οι πέντε μεγαλύτερες, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, ΗΠΑ, Γαλλία και Ιταλία, αντιπροσώπευσαν το 52,5% των εισπράξεων. Η γερμανική αγορά εμφανίζει σημάδια κόπωσης, με τη Μέση κατά Κεφαλή Δαπάνη μειωμένη κατά 7,2% έναντι του 2024 και κατά 13,5% έναντι του 2019. Στην αύξηση των εισπράξεων κατά 2 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024, τη μεγαλύτερη συνεισφορά είχαν το Ηνωμένο Βασίλειο, με 582 εκατ. ευρώ, η Τουρκία, με 169 εκατ. ευρώ, και οι ΗΠΑ, με 153 εκατ. ευρώ.



