Εικόνα σχετικής σταθεροποίησης, αλλά όχι ακόμη παραγωγικού μετασχηματισμού, καταγράφει για την ελληνική οικονομία η Ετήσια Έκθεση 2026 για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση, την οποία έδωσε στη δημοσιότητα το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Η έκθεση αναφέρει ότι η Ελλάδα διατήρησε το 2025 θετικό ρυθμό μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ, υψηλότερο από αρκετές μεγάλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο η ανάκαμψη αποτιμάται με επιφυλάξεις ως προς το βάθος και την ποιότητά της.
Το βασικό εύρημα της ανάλυσης είναι ότι η μεγέθυνση της οικονομίας δεν έχει μετατραπεί σε ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2025 σε 19.400 ευρώ, έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27, ενώ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης η χώρα βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, από 66% το 2019. Η απόσταση αυτή συνδέεται, κατά την έκθεση, με το επίμονο πρόβλημα πραγματικής αγοραστικής δύναμης.
Ανάπτυξη με απόσταση από την ΕΕ
Η διάρθρωση της ζήτησης παραμένει έντονα προσανατολισμένη στην κατανάλωση. Το 2025, η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχεί στο 67,8% του ΑΕΠ στην Ελλάδα, έναντι 51,2% στην ΕΕ-27, στοιχείο που δείχνει ότι η μεγέθυνση εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στη βραχυπρόθεσμη ζήτηση και λιγότερο σε παραγωγικές επενδύσεις και εξαγωγική δυναμική. Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι αυτή η βάση ανάπτυξης έχει περιορισμούς, ιδίως όταν οι πραγματικοί μισθοί και η εγχώρια παραγωγική ικανότητα κινούνται με βραδύτερο ρυθμό.
Η επενδυτική εικόνα εμφανίζεται πιο σύνθετη. Το επενδυτικό μερίδιο αυξήθηκε από 11,0% του ΑΕΠ το 2019 σε 16,9% το 2025, παραμένοντας όμως χαμηλότερα από το 21,3% της ΕΕ-27. Παράλληλα, το μερίδιο των κατοικιών στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου αυξήθηκε από 7,4% σε 18,2%, ενώ οι επενδύσεις σε εξοπλισμό τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνιών μειώθηκαν από 9,6% σε 7,7%. Η έκθεση αποδίδει σε αυτή τη σύνθεση σημάδια περιορισμένης τεχνολογικής αναβάθμισης.
Επενδύσεις και εξαγωγές στο δημοσιονομικό πλαίσιο
Στο εξωτερικό ισοζύγιο, οι καθαρές εξαγωγές παραμένουν αρνητικές και επιδεινώνονται από -1,5% του ΑΕΠ το 2019 σε -4,5% το 2025, ενώ στην ΕΕ-27 κινούνται θετικά, από 3,5% σε 3,8% του ΑΕΠ. Η εισαγωγική εξάρτηση παρουσιάζεται ως παράγοντας που περιορίζει τον αναπτυξιακό πολλαπλασιαστή της μεγέθυνσης και αυξάνει την ευπάθεια της οικονομίας σε διεθνείς διαταραχές.
Η δημοσιονομική εικόνα είναι βελτιωμένη, με το δημόσιο χρέος να μειώνεται στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, από 154,2% το 2024 και 209,4% το 2020. Το υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα, περίπου 4,9% του ΑΕΠ, συνέβαλε στη βελτίωση της εικόνας φερεγγυότητας του Δημοσίου. Ωστόσο, η έκθεση τονίζει ότι η δημοσιονομική σταθερότητα πρέπει να λειτουργεί ως προϋπόθεση για ευρύτερο αναπτυξιακό μετασχηματισμό και όχι ως αυτάρκης στόχος οικονομικής πολιτικής.
Αγορά εργασίας με άνισες επιδόσεις και πιέσεις
Στην αγορά εργασίας, η έκθεση περιγράφει ποσοτική ανάκαμψη με ποιοτικές αδυναμίες. Το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων ηλικίας 15-64 ετών ανήλθε το 2025 στο 64,6%, από 56,5% το 2019, παραμένοντας όμως χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ, που διαμορφώνεται στο 71,0%. Οι περιφερειακές αποκλίσεις παραμένουν έντονες, με υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης στην Κρήτη, την Πελοπόννησο και την Αττική και χαμηλότερα στη Δυτική Μακεδονία, τη Δυτική Ελλάδα και την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη.
Η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025, από 17,3% το 2019, όμως η μακροχρόνια ανεργία παραμένει βασικό πρόβλημα. Το 55,8% των ανέργων στην Ελλάδα βρισκόταν εκτός εργασίας για διάστημα άνω των δώδεκα μηνών, έναντι 31,5% στην ΕΕ. Την ίδια ώρα, η ανάκαμψη της απασχόλησης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ανάκαμψη της αγοραστικής δύναμης, καθώς ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός αυξήθηκε οριακά κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025 και ήταν χαμηλότερος κατά 1,3% σε σχέση με το 2021.
Κοινωνική πίεση και παραγωγικό υπόδειγμα στην οικονομία
Η κοινωνική διάσταση της έκθεσης αποτυπώνει επίμονες πιέσεις στα νοικοκυριά και στην αγορά εργασίας. Ο κίνδυνος φτώχειας για τους νέους 18-24 ετών διαμορφώνεται το 2025 στο 24,2%, ενώ στην ηλικιακή ομάδα 25-54 ετών ανέρχεται στο 17,5%, έναντι 14,3% στην ΕΕ-27. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το στοιχείο ότι το 34,9% των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά εμφανίζει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο από τον μέσο όρο της ΕΕ-27.
Σε επίπεδο παραγωγικού υποδείγματος, το ΙΝΕ ΓΣΕΕ αναφέρει ότι η ελληνική οικονομία παραμένει έντονα προσανατολισμένη στον τριτογενή τομέα και στις υπηρεσίες, με υψηλή εξάρτηση από δραστηριότητες συναφείς με τον τουρισμό, το εμπόριο και τη διαχείριση ακινήτων. Παρά τη σταδιακή ενίσχυση ορισμένων κλάδων γνώσης και τεχνολογίας, η έκθεση κάνει λόγο για αργή μετάβαση προς ένα νέο τεχνοοικονομικό υπόδειγμα. Η συνολική πρόταση που προκύπτει από την ανάλυση είναι η επιτάχυνση της μετάβασης προς ποιοτικές παραγωγικές επενδύσεις, τεχνολογική αναβάθμιση, αύξηση της παραγωγικότητας και βελτίωση των πραγματικών μισθών.



