Στο 88,3 στα 100 ανέβηκε η Ελλάδα στον ICT Development Index 2026 της International Telecommunication Union, συνεχίζοντας την ανοδική πορεία των τελευταίων ετών στον δείκτη που αξιολογεί την πρόοδο προς την καθολική και ουσιαστική συνδεσιμότητα. Η χώρα είχε βαθμολογία 83,7 το 2023, 86,5 το 2024 και 87,7 το 2025, ενώ η μεταβολή του τελευταίου έτους διαμορφώθηκε στο +1%.
Η ελληνική επίδοση τοποθετείται πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο των 79 μονάδων που καταγράφει η έκδοση του 2026 για 159 οικονομίες. Στους δύο βασικούς πυλώνες του δείκτη, η Ελλάδα εμφανίζει βαθμολογία 81,6 στην καθολική συνδεσιμότητα και 95,0 στην ουσιαστική συνδεσιμότητα, με ισχυρότερη εικόνα στους δείκτες κάλυψης, προσιτότητας, κίνησης δεδομένων και κατοχής κινητού τηλεφώνου.
Οι επιμέρους δείκτες για την Ελλάδα
Στα επιμέρους στοιχεία, το 86,3% των ατόμων στην Ελλάδα χρησιμοποιεί το Διαδίκτυο, ενώ το 84,6% των νοικοκυριών έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο από το σπίτι. Οι συνδρομές κινητής ευρυζωνικότητας αντιστοιχούν σε 97,3 ανά 100 κατοίκους, ενώ η κάλυψη του πληθυσμού από δίκτυα τουλάχιστον 3G και 4G/LTE φτάνει στο 99,9%. Παράλληλα, το 95,7% των ατόμων διαθέτει κινητό τηλέφωνο.
Η κίνηση δεδομένων αποτυπώνεται τόσο στα κινητά όσο και στα σταθερά δίκτυα. Η κίνηση mobile broadband φτάνει τα 205,0 GB ανά συνδρομή, ενώ η κίνηση fixed broadband διαμορφώνεται στα 2.856,6 GB ανά σύνδεση. Στο σκέλος της προσιτότητας, το πακέτο mobile data και φωνής υψηλής κατανάλωσης αντιστοιχεί στο 0,8% του κατά κεφαλήν ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος, ενώ το πακέτο σταθερής ευρυζωνικής πρόσβασης αντιστοιχεί στο 1,6%.
Ισχυρή εικόνα στην προσιτότητα και την κάλυψη
Η βαθμολογική αποτύπωση των επιμέρους δεικτών δείχνει τις περιοχές όπου η Ελλάδα έχει υψηλότερες επιδόσεις. Η χώρα λαμβάνει 100,0 στην προσιτότητα του πακέτου mobile data και φωνής υψηλής κατανάλωσης, 98,2 στην προσιτότητα της σταθερής ευρυζωνικής πρόσβασης και 100,0 στο ποσοστό ατόμων που διαθέτουν κινητό τηλέφωνο. Η κάλυψη 3G και 4G/LTE αποτυπώνεται με βαθμολογία 99,9.
Χαμηλότερη είναι η βαθμολογία στις συνδρομές κινητής ευρυζωνικότητας ανά 100 κατοίκους, όπου η Ελλάδα λαμβάνει 64,9, παρά το επίπεδο των 97,3 συνδρομών ανά 100 κατοίκους. Στη χρήση του Διαδικτύου η βαθμολογία φτάνει το 90,8, στην πρόσβαση των νοικοκυριών στο Διαδίκτυο το 89,0, στην κίνηση mobile broadband το 85,7 και στην κίνηση fixed broadband το 86,4. Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί η συνολική επίδοση της χώρας παραμένει υψηλή, αλλά αφήνει περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης στον πυλώνα της καθολικής συνδεσιμότητας.
Η παγκόσμια πρόοδος και οι αποκλίσεις
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η ITU αναφέρει ότι η πρόοδος προς την καθολική και ουσιαστική συνδεσιμότητα συνεχίζεται, με βελτίωση στην πρόσβαση, την υιοθέτηση, την προσιτότητα και τις υποδομές. Για τις 159 οικονομίες που καλύπτει η φετινή έκδοση, ο μέσος όρος έφτασε τις 79 μονάδες στα 100, ενώ οι βαθμολογίες κυμαίνονται από 25 έως 100, με απόσταση 75 μονάδων ανάμεσα στις χαμηλότερες και τις υψηλότερες επιδόσεις.
Οι αποκλίσεις παραμένουν έντονες μεταξύ εισοδηματικών ομάδων. Ο μέσος όρος των οικονομιών χαμηλού εισοδήματος βρίσκεται στις 42 μονάδες, ενώ οι οικονομίες υψηλού εισοδήματος φτάνουν κατά μέσο όρο τις 93 μονάδες. Τα μεγαλύτερα κενά εντοπίζονται στην οικονομική προσιτότητα της σταθερής ευρυζωνικής σύνδεσης και στη χρήση του Διαδικτύου. Στο συγκρίσιμο σύνολο των 151 οικονομιών που περιλαμβάνονται τόσο στην έκδοση του 2023 όσο και σε εκείνη του 2026, οι 146 βελτίωσαν τη βαθμολογία τους.
Τα όρια του δείκτη και των δεδομένων
Ο ICT Development Index αξιολογεί την πρόοδο προς την καθολική και ουσιαστική συνδεσιμότητα, δηλαδή τη δυνατότητα πρόσβασης στο Διαδίκτυο υπό κατάλληλες συνθήκες, με προσιτό κόστος, όπου και όποτε χρειάζεται. Η ITU δημοσιεύει βαθμολογίες και όχι κατάταξη χωρών, ώστε η συνδεσιμότητα να αντιμετωπίζεται ως στόχος πολιτικής και όχι ως ανταγωνισμός μεταξύ οικονομιών.
Η φετινή έκδοση είναι η τελευταία εντός της τρέχουσας τετραετούς περιόδου ισχύος της μεθοδολογίας. Η διαδικασία αναθεώρησης για την επόμενη περίοδο, που ξεκινά το 2027, έχει αναδείξει περιορισμένα περιθώρια για μεγάλες αλλαγές, κυρίως λόγω της έλλειψης διεθνώς συγκρίσιμων στατιστικών σε κρίσιμους τομείς των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών.
Ο δείκτης παρέχει μερική εικόνα της συνδεσιμότητας, καθώς απουσιάζουν διαστάσεις όπως οι ψηφιακές δεξιότητες, η ασφάλεια και η διείσδυση της σταθερής ευρυζωνικότητας. Η ITU σημειώνει ότι οι ψηφιακές δεξιότητες αποτελούν κρίσιμη παράμετρο, αλλά η ένταξή τους στον IDI παραμένει δύσκολη λόγω περιορισμένης διαθεσιμότητας συγκρίσιμων δεδομένων. Η αξιολόγηση της έκδοσης του 2026 βασίζεται κυρίως σε δεδομένα του 2024, λόγω του χρόνου που απαιτείται για συλλογή, υποβολή, επεξεργασία και επικύρωση διεθνώς συγκρίσιμων στοιχείων.



