Το 2023 οι εκτιμώμενες εισροές Ελλήνων πολιτών ξεπέρασαν τις εκροές για πρώτη φορά μετά την οικονομική κρίση του 2009, καθώς διαμορφώθηκαν σε περίπου 46.000, έναντι περίπου 37.000 αναχωρήσεων. Την ίδια ώρα, περισσότεροι από 800.000 γεννημένοι στην Ελλάδα ζούσαν σε χώρες του ΟΟΣΑ το 2020/21. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται στη μελέτη «A Review of Greek Emigrants», την οποία εκπόνησαν το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου και ο ΟΟΣΑ στο πλαίσιο της σειράς «Talent Abroad».
Η γεωγραφική συγκέντρωση παραμένει έντονη, καθώς το 93% των Ελλήνων μεταναστών στις χώρες του ΟΟΣΑ διαμένει σε μόλις 12 κράτη. Η Γερμανία, οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς εξακολουθούν να αποτελούν τους βασικούς προορισμούς, ενώ μετά το 2010/11 ενισχύθηκε η παρουσία Ελλήνων στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη, μεταξύ άλλων στην Ολλανδία, τη Νορβηγία, το Λουξεμβούργο και την Ιρλανδία. Το ποσοστό μετανάστευσης των γεννημένων στην Ελλάδα προς χώρες του ΟΟΣΑ ανερχόταν σε περίπου 7% το 2020/21.
Υποχωρούν οι εκροές, ενισχύονται οι επιστροφές
Οι ετήσιες αναχωρήσεις Ελλήνων πολιτών είχαν αυξηθεί από περίπου 14.000-15.000 την περίοδο 2005-2010 σε 46.000-56.000 μεταξύ 2012 και 2019. Από το 2021 ακολουθούν πτωτική πορεία. Οι εκροές μειώθηκαν από 41.505 άτομα το 2021 σε 32.141 άτομα το 2024, μεταβολή που αντιστοιχεί σε σωρευτική πτώση 22,6%. Παράλληλα, το μεταναστευτικό ισοζύγιο των Ελλήνων στη Γερμανία έγινε αρνητικό το 2024 για πρώτη φορά μετά τα χρόνια της κρίσης, ενώ η Ολλανδία και η Ελβετία ενισχύθηκαν ως προορισμοί.
Οι εισροές πολιτών προς τη χώρα υπηκοότητάς τους χρησιμοποιούνται ως προσεγγιστικός δείκτης επιστροφής και μπορεί να περιλαμβάνουν προσωρινές, κυκλικές ή βραχυπρόθεσμες μετακινήσεις. Για όσους επέστρεψαν στην Ελλάδα την περίοδο 2016-2021, το 54% ήταν 20-39 ετών και τρεις στους πέντε διέθεταν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έναντι 23% μεταξύ συνομηλίκων που παρέμειναν στη χώρα. Το 83% είχε προηγουμένως ζήσει σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο να αντιστοιχούν μαζί στο 43% των επιστροφών.
Υψηλή εξειδίκευση και σταδιακή επανένταξη στην εργασία
Η επαγγελματική επανένταξη βελτιώνεται όσο αυξάνεται το διάστημα παραμονής στην Ελλάδα μετά την επιστροφή. Η απασχόληση έφθανε το 72% για όσους βρίσκονταν ήδη πέντε χρόνια στη χώρα, έναντι 46% για τους πολύ πρόσφατα επαναπατρισθέντες. Σχεδόν οι μισοί, ποσοστό 47%, εργάζονταν ως επαγγελματίες, έναντι 18% μεταξύ όσων δεν είχαν μεταναστεύσει. Ισχυρή ήταν η παρουσία τους στην υγεία, στις φυσικές επιστήμες, στη μηχανική και στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών.
Στις χώρες υποδοχής, οι περισσότεροι μετανάστες που έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα διαθέτουν μεσαίο ή υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και συγκεντρώνονται σε επαγγέλματα αντίστοιχης ειδίκευσης. Στην Ελβετία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, περισσότεροι από έξι στους δέκα κατέχουν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Τα ποσοστά συμμετοχής τους στην αγορά εργασίας είναι συνολικά ελαφρώς υψηλότερα από εκείνα των γηγενών πληθυσμών, με διαφοροποιήσεις ανά χώρα, φύλο και μορφωτικό επίπεδο.
Η επιστημονική και φοιτητική διασπορά παραμένει μεγάλη
Περίπου το 4% των Ελλήνων φοιτητών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ήταν εγγεγραμμένο σε ιδρύματα του εξωτερικού το 2023, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Η διεθνής φοιτητική κινητικότητα είχε, ωστόσο, υποχωρήσει ελαφρώς κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την περίοδο 2020-2022. Παράλληλα, οι προορισμοί των Ελλήνων φοιτητών μεταβάλλονται, με τη μελέτη να καταγράφει αλλαγές στην κατανομή τους μεταξύ των χωρών υποδοχής.
Το 2021 είχαν χαρτογραφηθεί περίπου 64.000 επιστήμονες ελληνικής προέλευσης, στους οποίους περιλαμβάνονταν τόσο άτομα γεννημένα στην Ελλάδα όσο και επιστήμονες μεταγενέστερων γενεών με ελληνική καταγωγή. Από το σύνολο αυτό, το 44% συνδεόταν με ιδρύματα του εξωτερικού. Μεταξύ των ερευνητών με τη μεγαλύτερη διεθνή απήχηση, το 80% όσων ανήκουν στο κορυφαίο 1% παγκοσμίως και το 86% όσων ανήκουν στο κορυφαίο 0,1% εργάζονται εκτός Ελλάδας.
Περίπου το 59% των Ελλήνων ακαδημαϊκών που εργάζονται στο εξωτερικό θα εξέταζε το ενδεχόμενο ανάληψης ακαδημαϊκής θέσης στην Ελλάδα. Οι βασικές επιφυλάξεις αφορούν τις αμοιβές, τη χρηματοδότηση της έρευνας, τη γραφειοκρατία, τη θεσμική διακυβέρνηση και την αξιοκρατία. Η μελέτη προκρίνει μια πολιτική που συνδυάζει την επιστροφή, την κυκλική κινητικότητα και τη διασύνδεση με διεθνή δίκτυα γνώσης, ώστε το ανθρώπινο κεφάλαιο της διασποράς να συνδέεται συστηματικότερα με την ελληνική οικονομία, την έρευνα και την καινοτομία.



