Ως κρίση που εξελίσσεται επί περίπου δεκαπέντε χρόνια και απαιτεί συνδυασμό άμεσων και μακροπρόθεσμων παρεμβάσεων περιγράφει ενημερωτικό σημείωμα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ το στεγαστικό ζήτημα στην Ελλάδα. Το κείμενο, με τίτλο «Στεγαστικό ζήτημα και πολιτικές επίλυσής του», συνδέει την πίεση στη στέγη με τη συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης, την άνοδο των τιμών κατοικίας, το ενεργειακό κόστος, τη συγκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας στα μεγάλα αστικά κέντρα και την περιορισμένη διαθεσιμότητα κατάλληλων ακινήτων.
Η εικόνα αποτυπώνεται σε δείκτες που το σημείωμα αντλεί από διεθνείς και ελληνικές πηγές. Στην Ελλάδα, το 27% των νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του καθαρού εισοδήματός του για έξοδα στέγασης, έναντι περίπου 18% στην Ε.Ε., ενώ το 10% του πληθυσμού διαβιεί σε νοικοκυριά με σοβαρή ανεπάρκεια στέγης. Την ίδια ώρα, οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 35,4% την περίοδο 2018-2023, όταν το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 8%, ενώ το ποσοστό ιδιοκατοίκησης το 2024 διαμορφώθηκε στο 69,7%.
Το κόστος στέγασης ξεπερνά τα εισοδήματα
Το ενημερωτικό σημείωμα αντιμετωπίζει το στεγαστικό ως αποτέλεσμα πολλαπλών πιέσεων και όχι ως ζήτημα που περιορίζεται στα ενοίκια. Η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας το 2012 παρουσιάζεται ως κρίσιμη τομή, καθώς διέκοψε μια μακρόχρονη παρέμβαση πρόσβασης σε κατοικία. Στο σημείωμα αναφέρεται ότι ο ΟΕΚ είχε συμβάλει ώστε 363.000 οικογένειες να αποκτήσουν ή να βελτιώσουν κατοικία, ενώ μέρος της περιουσίας του εξαγγέλθηκε μόλις το 2025 ότι θα αξιοποιηθεί για υποδομές κοινωνικής κατοικίας.
Στην πλευρά της προσφοράς, το πρόβλημα επιβαρύνεται από την παλαιότητα και την άνιση κατανομή του κτιριακού αποθέματος. Το 51% των κατοικιών ανεγέρθηκε έως το 1980 και το 70% έως το 1990, με αποτέλεσμα αυξημένες ανάγκες συντήρησης και ενεργειακής αναβάθμισης. Παράλληλα, μόλις το 65,47% των κατοικιών αξιοποιείται, ενώ το 34,53% χαρακτηρίζεται κενό. Η παραγωγή νέων κατοικιών στην Ελλάδα, με βάση τα στοιχεία της Eurostat που επικαλείται το σημείωμα, ανέρχεται σε 1 κατοικία ανά 1.000 κατοίκους, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.
Από την προσφορά στις θεσμικές παρεμβάσεις
Η μελέτη αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη συγκέντρωση πληθυσμού και δραστηριοτήτων στην Αττική και στα μεγάλα αστικά κέντρα. Στην Αττική κατοικεί σχεδόν το 35% του πληθυσμού της χώρας, ενώ το ποσοστό ιδιοκατοίκησης βρίσκεται στο 65,2%, χαμηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο. Η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών και οι αλλαγές στην οικογενειακή κατάσταση παρουσιάζονται ως παράγοντες που αυξάνουν τη ζήτηση για κατοικίες, ενώ η βραχυχρόνια μίσθωση, η επαγγελματική χρήση κατοικιών και η Golden Visa περιορίζουν το διαθέσιμο απόθεμα για μόνιμη στέγαση.
Στις βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις, το σημείωμα προτείνει ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, με παρεμβάσεις στο ενεργειακό κόστος, στη φορολογία και στη χρηματοπιστωτική πολιτική. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται σε επανεξέταση των επιβαρύνσεων στους λογαριασμούς ρεύματος, έκπτωση δαπανών ενοικίου από το φορολογητέο εισόδημα, μείωση του ΕΝΦΙΑ για μικρές περιουσίες και τέλος αχρησίας για ακίνητα που παραμένουν εκτός αγοράς. Στο ίδιο πλαίσιο, ζητείται αποσύνδεση της άδειας διαμονής από την ακίνητη περιουσία και επιτάχυνση δικαστικών και αδειοδοτικών διαδικασιών που κρατούν ακίνητα ανενεργά.
Η αποκέντρωση ως μακροπρόθεσμη στεγαστική απάντηση
Για τη μακροπρόθεσμη αντιμετώπιση, το σημείωμα δίνει κεντρική θέση στην κοινωνική κατοικία και στην αποκέντρωση οικονομικής δραστηριότητας. Οι κοινωνικές κατοικίες στην Ελλάδα αντιστοιχούν σε ποσοστό κάτω του 1% του διαθέσιμου αποθέματος, όταν σε χώρες όπως η Αυστρία και η Ολλανδία φθάνουν το 20%. Η αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων, η καταγραφή νοικοκυριών σε στεγαστική επισφάλεια και η δημιουργία μηχανισμών προσιτής στέγης παρουσιάζονται ως βασικά στοιχεία μιας πιο μόνιμης στρατηγικής.
Η αποκέντρωση συνδέεται με επενδύσεις σε κοινωνικές υποδομές, υγεία, εκπαίδευση, συγκοινωνίες, ψηφιακές υποδομές και κίνητρα μετεγκατάστασης επιχειρήσεων και εργαζομένων. Το σημείωμα προτείνει επίσης πολιτική κατεδαφίσεων ή αποκατάστασης ακινήτων σε αχρησία, ώστε να απελευθερωθούν χώροι για νέες κατοικίες ή δημόσιες υποδομές. Στο τελικό συμπέρασμα, η στεγαστική κρίση αντιμετωπίζεται ως ζήτημα συνολικής οργάνωσης της χώρας, με στόχο την καλύτερη κατανομή πληθυσμού, δραστηριοτήτων και διαθέσιμων πόρων.



