Η Ελλάδα συνεχίζει να βασίζεται κυρίως στις πληρωμές με κάρτα, καθώς το 73,8% των συναλλαγών χωρίς μετρητά το δεύτερο εξάμηνο του 2024 πραγματοποιήθηκε με αυτό το μέσο, ποσοστό που παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρωζώνη, παρά τη μικρή μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Οι μεταφορές πίστωσης κάλυψαν το 22,4% του συνόλου, το ηλεκτρονικό χρήμα το 1,1% και οι άμεσες χρεώσεις το 1,5%, με τις τελευταίες να σημειώνουν μικρή αύξηση. Σε απόλυτα μεγέθη, οι συνολικές συναλλαγές πληρωμών στην Ελλάδα ανήλθαν σε 1,6 δισεκατομμύρια το β’ εξάμηνο του 2024, από τις οποίες 1,2 δισεκατομμύρια πραγματοποιήθηκαν με κάρτα (0,9 δισ. σε φυσικά σημεία και 0,3 δισ. απομακρυσμένα), ενώ οι μεταφορές πίστωσης έφτασαν τα 0,4 δισεκατομμύρια. Ο αριθμός των καρτών σε κυκλοφορία ξεπέρασε τα 22,6 εκατομμύρια, τα ΑΤΜ ανήλθαν σε περίπου 6.000 και τα POS σε 1,3 εκατομμύρια. Οι αναλήψεις μετρητών διαμορφώθηκαν σε 0,1 δισεκατομμύριο, επιβεβαιώνοντας τη σταδιακή υποχώρηση του μετρητού.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, ο αριθμός των ηλεκτρονικών συναλλαγών στη ζώνη του ευρώ σημείωσε σημαντική αύξηση κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2024, με το σύνολο των συναλλαγών χωρίς μετρητά να αυξάνεται κατά 8,6% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 77,6 δισεκατομμύρια. Η συνολική αξία αυτών των συναλλαγών ενισχύθηκε κατά 3,8%, αγγίζοντας τα 116,9 τρισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Οι πληρωμές με κάρτα κυριάρχησαν, καλύπτοντας το 57% του συνολικού όγκου, ενώ ακολούθησαν οι μεταφορές πίστωσης με 21%, οι άμεσες χρεώσεις με 15% και οι συναλλαγές μέσω ηλεκτρονικού χρήματος με 6%. Το υπόλοιπο 1% αντιστοιχεί σε επιταγές, εμβάσματα και άλλες υπηρεσίες πληρωμών.
Η άνοδος των ανέπαφων συναλλαγών συνεχίστηκε με ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς, καθώς ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 15,5%, φτάνοντας τα 29,5 δισεκατομμύρια, ενώ η αξία τους αυξήθηκε κατά 15,1% στα 0,8 τρισεκατομμύρια ευρώ. Σημειώνεται ότι το 81% των φυσικών συναλλαγών με κάρτα πραγματοποιείται πλέον ανέπαφα, στοιχείο που αναδεικνύει τη μαζική αποδοχή των νέων τεχνολογιών πληρωμών. Παράλληλα, ο συνολικός αριθμός των καρτών πληρωμών σε κυκλοφορία ανήλθε σε 750 εκατομμύρια, αυξημένος κατά 8,2% σε σχέση με πέρυσι, με αποτέλεσμα να αντιστοιχούν κατά μέσο όρο 2,1 κάρτες σε κάθε κάτοικο της ζώνης του ευρώ. Αντίθετα, ο αριθμός των ATM υποχώρησε κατά 3,1%, ενώ οι τερματικές συσκευές σημείωσαν αύξηση 7,9%, φτάνοντας τα 20,7 εκατομμύρια σημεία αποδοχής, εκ των οποίων το 92% υποστηρίζει ανέπαφες συναλλαγές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνεχής ενίσχυση των ηλεκτρονικών μεταφορών πίστωσης, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 7,3% και έφτασαν τις 16,2 δισεκατομμύρια συναλλαγές, με συνολική αξία 108,3 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Οι άμεσες χρεώσεις κατέγραψαν αύξηση 3,9% ως προς τον αριθμό (11,4 δισεκατομμύρια) και 8,2% ως προς την αξία (5,4 τρισεκατομμύρια ευρώ). Οι πληρωμές μέσω ηλεκτρονικού χρήματος αυξήθηκαν κατά 2,6% ως προς τον αριθμό και 15,8% ως προς την αξία, ενώ το μέσο ποσό ανά συναλλαγή με κάρτα διαμορφώθηκε στα 39 ευρώ. Αναλυτικότερα, το μεγαλύτερο ποσοστό χρήσης καρτών ως μέσου πληρωμής εντοπίζεται στη Λιθουανία, ενώ στις μεταφορές πίστωσης προηγείται η Λετονία και στις άμεσες χρεώσεις η Γερμανία. Στο πλαίσιο των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η αναλογία ηλεκτρονικών προς έντυπες μεταφορές πίστωσης διαμορφώθηκε σε 16 προς 1 ως προς τον αριθμό και 12 προς 1 ως προς την αξία.
Στον τομέα των λιανικών πληρωμών, τα 34 συστήματα της ευρωζώνης διαχειρίστηκαν 56,1 δισεκατομμύρια συναλλαγές, συνολικής αξίας 26,4 τρισεκατομμυρίων ευρώ. Οι άμεσες μεταφορές (instant credit transfers) κάλυψαν το 16% του συνόλου των συναλλαγών λιανικής και το 4% της αξίας, ενώ οι τρεις μεγαλύτερες πλατφόρμες (MCMS, STEP2-T, CORE Γαλλίας) διαχειρίστηκαν το 65% του συνολικού όγκου και το 62% της αξίας των συναλλαγών αυτής της κατηγορίας. Όσον αφορά τα συστήματα διακανονισμού μεγάλης αξίας, αυτά επεξεργάστηκαν 74,7 εκατομμύρια συναλλαγές συνολικής αξίας 223,7 τρισεκατομμυρίων ευρώ, με τα T2 και EURO1/STEP1 να αποτελούν τα κυριότερα κεντρικά δίκτυα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 2025, οι στατιστικές της ΕΚΤ εμπλουτίζονται με συχνότερες και πιο λεπτομερείς δημοσιεύσεις, συμπεριλαμβανομένων νέων στοιχείων ανά χώρα, ανά κατηγορία εμπόρου και για τις απάτες σε πληρωμές. Τα στοιχεία που δημοσιεύθηκαν για το δεύτερο εξάμηνο του 2024 θεωρούνται προσωρινά και ενδέχεται να αναθεωρηθούν σε επόμενες ενημερώσεις.



