Σημαντική επιδείνωση κατέγραψε το οικονομικό κλίμα για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, αντανακλώνοντας ένα περιβάλλον αυξημένων πιέσεων. Σύμφωνα με τα ευρήματα της εξαμηνιαίας έρευνας του Ινστιτούτου Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, ο σχετικός δείκτης υποχώρησε κατά περίπου δώδεκα μονάδες για να διαμορφωθεί στις 47,2 μονάδες. Η πτώση αυτή αποδίδεται από την έρευνα στη μείωση του κύκλου εργασιών, το υψηλό λειτουργικό κόστος, τη χαμηλή ρευστότητα και την περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Παράλληλα, ο Δείκτης Προσδοκιών σημείωσε ελαφρά υποχώρηση, φθάνοντας στις 58,2 μονάδες, επιβεβαιώνοντας το κλίμα αβεβαιότητας.
Η λειτουργική επιβάρυνση των επιχειρήσεων παραμένει σε υψηλά επίπεδα, καθώς εννέα στις δέκα δήλωσαν αύξηση του λειτουργικού τους κόστους από την έναρξη της ενεργειακής κρίσης, με τη μεσοσταθμική αύξηση να ανέρχεται στο 37,6%. Στο πλαίσιο αυτό, το 30,5% των επιχειρήσεων προχώρησε σε αύξηση τιμών το πρώτο εξάμηνο του 2025. Η κατάσταση της ρευστότητας παραμένει κρίσιμη, με το 56,7% να δηλώνει μείωση των διαθεσίμων του, γεγονός που θυμίζει τις δύσκολες συνθήκες του 2018. Ειδικότερα, το 26,8% των επιχειρήσεων έχει μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα και ένα επιπλέον 22% διαθέτει ρευστότητα για χρονικό διάστημα που δεν ξεπερνά τον έναν μήνα. Η δυσχερής αυτή εικόνα ενισχύεται από το γεγονός ότι το 50% των επιχειρήσεων ανέφερε μείωση του κύκλου εργασιών του.
Η επενδυτική δραστηριότητα καταγράφεται ως χαμηλή, καθώς μόλις το 29,2% των επιχειρήσεων υλοποίησε κάποιας μορφής επένδυση το προηγούμενο εξάμηνο. Για την πλειοψηφία αυτών (53,2%), το ύψος της επένδυσης δεν ξεπέρασε τις 5.000 ευρώ, ενώ η χρηματοδότηση προήλθε κατά 83,2% από ίδια κεφάλαια, υποδηλώνοντας περιορισμένη μόχλευση. Οι επενδύσεις κατευθύνθηκαν κατά 17,6% σε τεχνολογικό εξοπλισμό και ψηφιακές τεχνολογίες, κατά 15% σε κτιριακές εγκαταστάσεις, κατά 7,6% σε μηχανολογικό εξοπλισμό και κατά 4,5% στην κατάρτιση και εκπαίδευση του προσωπικού.
Η σχέση των μικρών επιχειρήσεων με το τραπεζικό σύστημα παραμένει αποστασιοποιημένη. Μόλις το 17,1% απευθύνθηκε σε τράπεζα για δανεισμό κατά την τελευταία τριετία, εκ των οποίων χρηματοδοτήθηκαν οι δύο στις τρεις περιπτώσεις. Από όσες δεν αναζήτησαν δανεισμό, το 50,3% δήλωσε πως δεν είχε ανάγκη χρηματοδότησης, το 20,8% ανέφερε έλλειψη εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, το 6,5% έκρινε τα επιτόκια ως πολύ υψηλά και το 4,2% εκτίμησε ότι δεν πληροί τα τραπεζικά κριτήρια. Στα θετικά στοιχεία συγκαταλέγεται η μείωση του ποσοστού των επιχειρήσεων με ληξιπρόθεσμες οφειλές στο 24%, από 30,2% το προηγούμενο εξάμηνο, με το 9,4% να έχει μία ληξιπρόθεσμη οφειλή, το 6,3% δύο και το 8,3% τρεις ή περισσότερες.
Στο μέτωπο της απασχόλησης, οι τάσεις εμφανίζονται μεικτές. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025, το 10,1% των επιχειρήσεων αύξησε το προσωπικό του, την ώρα που το 4,9% προχώρησε σε μείωσή του. Οι προθέσεις για το δεύτερο εξάμηνο του έτους παραμένουν συγκρατημένες, καθώς το 6,5% των επιχειρήσεων σχεδιάζει να αυξήσει τις θέσεις εργασίας και το 3,5% να τις μειώσει. Τα ευρήματα της έρευνας συνολικά αποτυπώνουν ένα επιχειρηματικό τοπίο όπου κυριαρχούν οι προκλήσεις, με τα όποια θετικά σημάδια να λειτουργούν περισσότερο ως ενδείξεις ανθεκτικότητας παρά ως ουσιαστική αλλαγή της γενικής τάσης.



