Μετωπική πολιτική σύγκρουση πυροδότησε η παρουσίαση από το ΠΑΣΟΚτης «Μαύρης Βίβλου» για την εξαετή διακυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με τα αρμόδια υπουργεία να προχωρούν με δικές τους ανακοινώσεις. Στην πρώτη από τις τέσσερις προγραμματισμένες συνεντεύξεις Τύπου ενόψει της ΔΕΘ, το ΠΑΣΟΚ χαρακτήρισε τη διακυβέρνηση ως μια «χαμένη ευκαιρία» στους τομείς της οικονομίας, της ανάπτυξης και της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Η κριτική του κόμματος επικεντρώθηκε στο Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο χαρακτηρίστηκε ως ένα εργαλείο που δεν αξιοποιήθηκε για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ, ο σχεδιασμός έγινε χωρίς καμία διαβούλευση, ως πεδίο αποκλειστικής ενασχόλησης του Μεγάρου Μαξίμου, με αποτέλεσμα να δοθεί προτεραιότητα στην ταχεία εκταμίευση έναντι της σχεδιασμένης απορρόφησης. Επισημάνθηκε η διάκριση μεταξύ των δύο, καθώς από τα 9,8 δισ. ευρώ που έχουν έρθει ως δόσεις, μόνο τα 5,1 δισ. έχουν φτάσει σε τελικούς δικαιούχους. Παράλληλα, τονίστηκε ότι το δανειακό σκέλος παραχωρήθηκε εξ ολοκλήρου στις τράπεζες, οι οποίες με αυστηρά τραπεζικά κριτήρια αποκλείουν το 85% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ απομένουν προς υλοποίηση 234 ορόσημα, σχεδόν διπλάσια από τα 139 που έχουν ολοκληρωθεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Στο ευρύτερο οικονομικό πεδίο, η ανάλυση του ΠΑΣΟΚ υποστήριξε πως το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας το 2024 δεν έχει ακόμη επιστρέψει στα επίπεδα του 2010, με τον ρυθμό ανάπτυξης να κινείται μόλις στο 2% ετησίως. Υποστηρίχθηκε ότι αυτή η ισχνή ανάπτυξη στηρίζεται στη διεύρυνση των ανισοτήτων, με το μερίδιο των μισθών στην οικονομία να είναι το δεύτερο χαμηλότερο στην Ε.Ε. και το μερίδιο των κερδών το τρίτο υψηλότερο. Ως συνέπεια, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει στην προτελευταία θέση στην Ευρώπη, ενώ ο σωρευτικός πληθωρισμός στα τρόφιμα αγγίζει το 38%, πλήττοντας δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η δημοσιονομική πολιτική χαρακτηρίστηκε κοινωνικά άδικη, καθώς τα υπερπλεονάσματα, σύμφωνα με το κόμμα, παράγονται από τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και την αύξηση των εσόδων από έμμεσους φόρους.
Τέλος, η κριτική επεκτάθηκε στους τομείς των επενδύσεων και της αγροτικής πολιτικής. Για τις επενδύσεις, τονίστηκε πως τρία χρόνια μετά την ψήφιση του Αναπτυξιακού Νόμου του 2022 «δεν έχει εκταμιευθεί ούτε ένα ευρώ» και ότι οι περισσότερες ξένες επενδύσεις δεν αφορούν τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων (greenfield investments). Για τον πρωτογενή τομέα, έγινε λόγος για «συστηματική υπονόμευση», με το γεωργικό εισόδημα στην Ελλάδα να έχει μειωθεί κατά 8,14% την περίοδο 2020-2024, την ώρα που στην Ε.Ε. αυξήθηκε κατά 7,86%. Επισημάνθηκαν η γήρανση του αγροτικού πληθυσμού, όπου το 64,3% των αρχηγών εκμεταλλεύσεων είναι άνω των 55 ετών, η εκτόξευση του κόστους παραγωγής και η δυσλειτουργία κρίσιμων θεσμών όπως ο ΕΛΓΑ και ο ΟΠΕΚΕΠΕ.
Απαντώντας, το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αντέκρουσε την κριτική για το Ταμείο Ανάκαμψης, τονίζοντας ότι η Ελλάδα είναι πρώτη στην Ε.Ε. ως προς τους εξασφαλισμένους πόρους (36 δισ. ευρώ) και τις εκταμιεύσεις (21,3 δισ. ευρώ) ως ποσοστό του ΑΕΠ. Σημείωσε ότι η χώρα έχει ήδη υποβάλει το έκτο αίτημα πληρωμής, έχοντας ολοκληρώσει 139 ορόσημα, ενώ οι πληρωμές έργων έχουν φθάσει τα 10,63 δισ. ευρώ. Το υπουργείο υποστήριξε ότι ο σχεδιασμός του προγράμματος «Ελλάδα 2.0» βασίστηκε στην έκθεση της «Επιτροπής Πισσαρίδη» και είναι πλήρως διαφανής, με το σύνολο των δράσεων και των οροσήμων να είναι δημόσια αναρτημένο.
Επιπλέον, το Υπουργείο Οικονομικών επισήμανε ότι οι πόροι του Ταμείου διοχετεύονται στην πραγματική οικονομία, με τα συμβασιοποιημένα δάνεια να φτάνουν τα 17,07 δισ. ευρώ. Διαψεύδοντας τον ισχυρισμό περί αποκλεισμού των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, το υπουργείο ανέφερε ότι 276 από τα 505 δάνεια του προγράμματος κατευθύνονται σε ΜμΕ, ενώ 11.017 μικρομεσαίες επιχειρήσεις έχουν λάβει δάνεια μέσω εγγυήσεων. Η επίδραση των έργων, σύμφωνα με την κυβέρνηση, είναι ήδη αισθητή στην καθημερινότητα των πολιτών, με συγκεκριμένα παραδείγματα όπως οι ανακαινίσεις σε νοσοκομεία, τα διαδραστικά συστήματα μάθησης στα σχολεία, τα ηλεκτροκίνητα λεωφορεία και οι οδικοί άξονες Ε65 και ΒΟΑΚ.
Από την πλευρά του, το Υπουργείο Ανάπτυξης απέρριψε την εικόνα της επενδυτικής στασιμότητας, δηλώνοντας ότι η Ελλάδα πρωταγωνιστεί με μέσο όρο αύξησης επενδύσεων άνω του 60% την τελευταία εξαετία, έναντι 1,2% στην Ε.Ε. Οι καθαρές ροές άμεσων ξένων επενδύσεων την περίοδο 2019-2024 ανήλθαν στα 32,2 δισ. ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από το σύνολο των προηγούμενων δεκαεπτά ετών (30,7 δισ. ευρώ). Σημαντικό στοιχείο, κατά το υπουργείο, είναι ότι το 27,1% αυτών των επενδύσεων κατευθύνθηκε σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως η πληροφορική, η μεταποίηση, τα logistics και η παραγωγή ενέργειας.
Τέλος, το Υπουργείο Ανάπτυξης διευκρίνισε ότι για τον Αναπτυξιακό Νόμο του 2022 οι εντάξεις έγιναν τους τελευταίους δώδεκα μήνες και γι’ αυτό δεν έχουν υποβληθεί ακόμη τιμολόγια για εκταμιεύσεις. Ανέφερε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη 76 Στρατηγικές Επενδύσεις και αντέκρουσε την κριτική για τη βιομηχανία, τονίζοντας ότι η συμβολή της στο ΑΕΠ για το 2024 υπολογίζεται στο 13,47%. Υπογράμμισε ότι εφαρμόζεται μια συνεκτική στρατηγική, η οποία περιλαμβάνει στοχευμένα προγράμματα όπως το «Έξυπνη Μεταποίηση» από το Ταμείο Ανάκαμψης και η αναβάθμιση των βιομηχανικών πάρκων με έργα υποδομών.**



